Tα παπούτσια των προσφύγων
Παπούτσια. Πέδιλα. Σαγιονάρες. Κλειστά. Ανοικτά. Αθλητικά. Με κορδόνια. Δίχως κορδόνια. Παπούτσια. Μπλε. Καφέ. Άσπρα. Ξεχαρβαλωμένα παπούτσια. Ταλαιπωρημένα παπούτσια. Καθημερινά παπούτσια.
Προσφύγων παπούτσια. Ναυαγίων παπούτσια. Ανθρώπων παπούτσια. Στον βυθό. Στον βυθό της Ιταλίας βρέθηκαν. Πάει καιρός που μόνα τους ζούσαν στ’ ανοικτά. Έτσι, παπούτσια δίχως τους ανθρώπους τους. Κείνους που κάπου άγνωστων στοιχείων έγιναν. Πρόσφυγες πνιγμένοι. Πνιγμένοι από τη σκληρότητα τούτου του κόσμου.

Νὰ μὲ θυμόσαστε - εἶπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.
Τὴν ὀμορφιὰ
Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.
Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:
Θἄθελα
ἀκόμη μιὰ φορὰ μὲ τὸ λεπτὸ δρεπανάκι τοῦ φεγγαριοῦ νὰ θερίσω
ἕνα ὥριμο στάχυ. Νὰ σταθῶ στὸ κατώφλι, νὰ κοιτάω,
καὶ νὰ μασῶ σπυρὶ σπυρὶ τὸ στάρι μὲ τὰ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εὐλογώντας τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ ἀφήνω,
θαυμάζοντας κι Ἐκεῖνον ποὺ ἀνεβαίνει τὸ λόφο στὸ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στὸ ἀριστερὸ μανίκι του ἔχει ἕνα πορφυρὸ τετράγωνο μπάλωμα. Αὐτὸ
δὲν διακρίνεται πολὺ καθαρά. Κι ἤθελα αὐτὸ προπάντων νὰ σᾶς δείξω.
Κι ἴσως γι᾿ αὐτὸ προπάντων θ᾿ ἄξιζε νὰ μὲ θυμᾶστε.
Γιάννης Ρίτσος- Επιλογικό
Από ανάρτηση Γιάννας Κούκα