Στερνό "αντίο" στο "Θράσα" όλων μας!
Έκανε απίστευτη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο στον Κερατόκαμπο. Έβραζε ο τόπος. Μετά από το πρωινό μπάνιο στη θάλασσα και το πρόχειρο φαγητό, οι μεγάλοι είχαν ναρκωθεί στη μεσημεριανή σιέστα τους με τους ανεμιστήρες στο φουλ. Τότε βλέπεις, οι περισσότεροι δεν είχαμε κλιματιστικά στα σπίτια. Εμείς όμως, οι νεότεροι, με το αίμα μας να βράζει, ούτε από νύστα, ούτε από κούραση, ούτε από ζέστη καταλαβαίναμε. Πώς θα περνούσε ως το απογευματινό μπάνιο η ώρα;
Εκείνα τα χρόνια, χωρίς κινητά τηλέφωνα οι περισσότεροι, χωρίς καν σταθερά μη σας πω, οι συνεννοήσεις μας ήταν πολύ πιο απλές και εύκολες. Το σημείο συνάντησης ήταν «στου Θράσα». Το σημείο συνάντησης ήταν «το μπαράκι», ή όπως επισήμως ονομαζόταν το «The beach comber Bar», το μοναδικό μπαράκι, καφετέρια, σνακ μπαρ, πιτσαρία, καφενείο, ρακάδικο αφτεράδικο, ξενυχτάδικο της περιοχής. Ο Θράσας ήταν το “zero point” μας. Όπου κι αν πηγαίναμε με όποια παρέα, οποιαδήποτε μέρα και ώρα, είτε από κει ξεκινούσαμε είτε εκεί καταλήγαμε. Στου Θράσα. Ντόπια Βιαννιτόπουλα, Βιαννιτόπουλα της Αθήνας, φίλοι των φίλων μας και μερικοί ξέμπαρκοι, έφηβοι, προέφηβοι ή αιώνια έφηβοι, όλοι εκεί. Στου Θράσα. Πηγαίναμε εκεί ο αδερφός μου κι εγώ, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή θα φανούν και οι υπόλοιποι.
Έτσι και εκείνο το μεσημέρι που πήγαμε. Πίσω από το μπαρ η γνωστή φιγούρα του Μήτσου με τα ανακατεμένα μπουκλωτά μαλλιά και το μουστάκι που θύμιζε τον Αστερίξ (μια φορά το είχα πει και είχαμε γελάσει πολύ). «Ίντα να σας κεράσω παιδιά;» η μόνιμη ατάκα. Το χαμόγελο του ακόμα πιο μόνιμο. Εκείνο το μεσημέρι όμως ο Θράσας μας κέρασε ένα από τα πιο όμορφα βράδια μας στον «γιαλό»: Την ιδέα για ένα μπιτς πάρτι ακριβώς απέναντι από το μπαράκι. Μια βάρκα αραγμένη στην άμμο στάθηκε η αφορμή και μέσα σε λίγες ώρες είχε στηθεί ένα από τα πιο απίστευτα γλέντια της εποχής με μουσική από το μπαρ που εναλλασσόταν με τη ζωντανή που εμείς παίζαμε με κιθάρες ακορντεόν λύρες και μαντολίνα. Το τι επακολούθησε της βραδιάς αυτής νιώθω πως δεν μπορώ να το αποτυπώσω εδώ με λέξεις ούτε σήμερα αλλά ούτε και ποτέ.

Αυτό που ίσως να μπορώ να αποτυπώσω κάπως με λέξεις είναι η βαθιά λύπη που νιώθουμε σήμερα όλοι εμείς που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο συνδέσαμε τις πιο έντονες, απρόβλεπτες, ανέμελες ίσως και ευτυχισμένες μέρες της ζωής μας με έναν άνθρωπο που από σήμερα δεν είναι πια κοντά μας. Γιατί παρόλο που οι περισσότεροι δεν τον βλέπαμε συχνά, ίσως και κάποιοι να μην τον είχαμε δει για χρόνια, ίσως και κάποιοι να τον είχαμε σχεδόν «ξεχάσει» κάτω από το βάρος της ενήλικης ώριμης ζωής, ωστόσο όλοι μας τον είχαμε μέσα μας. Τον είχαμε μέσα μας με τον μαγικό αυτό τρόπο που μένουν στη συναισθηματική μας μνήμη οι φωτεινές αυτές στιγμές που σε κάνουν να λες «μα πόσο ωραία είναι η ζωή!» και που σε κάνουν να νιώθεις άτρωτος.
Σήμερα μαζί με το φευγιό του Δημήτρη, «του Θράσα όλων μας», έφυγε και μια από φωτεινές αυτές στιγμές της νιότης μας.
Υ.Γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε δίπλα στη θάλασσα λίγα μέτρα μακριά από «το μπαράκι» και είναι αφιερωμένο σε αυτόν.
Κυριακή Ι. Πετράκη
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Μανώλη Σπανάκη