"Μια φωνή πλαντά εντός μου..."
Άκου... Μια φωνή πλαντά εντός μου... Κραυγή θέλει να γενεί... Να πορίσει, ν ακουστεί...
Να απαλύνει όσα, χρόνους και καιρούς, σκληραίνουνε τη ψυχή μου...
Τα χείλη μου ερμητικά κλειστά κι οδηγούνε τη χέρα μου στη γραφή πάλι...
Αθιβολές...
Ενός καιρού που δε ξανά γιαγιέρνει...
Κόπιασε... Κάτσ' ανάδεια μου.. Ετούτηνε η γραφή που θα σου πω σήμερο, μπορεί να είναι και η στερνή...
Όχι πως δεν έχω ανάμνησες άλλες, μα... από' δα κι ύστερα τσι θέλω μόνο για μένα....
(Κι ας με πεις ατομιστή κι όπως αλλιώς θες)
Στο τοσονά καιρό που σου 'ξομολογούμαι, πρέπει πως τω κοπελάτω μου χρονώ τα ζάλα, έχουνε μεγάλη στράτα ομπρός τως...
Από την εποχή τση "καλύβας" μας...
Την αίσθηση του θανάτου, θαρρώ πως τη γροίκουνα μέσα μου, απ' όντεν εγεννήθικα...
-"Οι Γερμανοί, εσκοτώσανε τς ανθρώπους"...
-"Επόθανε ο Τάδε"....
-"Γιωργιό... Κι εγώ θα ποθάνω"...
-"Ετσά' ναι αντράκι μου η ζωή"...
-"Κάθε πράμα, τέλος έχει ".....
Με τουτεσάς τσι κουβέντες, από το κύρη μου, τη μάνα μου, τη θεία την Ελπίδα, τη κουφή γιαγιά μου, εσυρθήκανε τα ζάλα μου...
Δε τονέ φοβούμαι το Χάρο...
Καλώς να ορίσει όντε θέλει...
Μα... ώστε να κρατώ την αναπνιά μου θ' αναστορούμαι....
Το κύρη μου, οντέν εβάναμε υπαίθριες ντομάτες και μια φωλιά πουλιού εβρέθηκε στ αυλάκια τω ντοματώ...
Μια κοτσυφαλιά...
Δυο πουλάκια, πριν πετάξουνε, μας έφερε ένα μεσημέρι στη καλύβα...
Να τα δούμε... Να τα παίξουμε πριν τα κάμει η μάνα μου.... σφουγγάτο....
Ένα εμένα κι ένα τς αδερφής μου τση μεγάλης...
(Δεν υπήρχε η δυνατότητα για να μασέ πάρει παιχνίδι τη δεκαετία του '70)
Κουβέντα με το πεταξάρικο πουλί, έστεσα...
Δεμένο στο τρίποδο του κρεβατιού, να μη μου φύγει, το τάϊζα, το πότιζα, τ αγκάλιαζα, του κουβέντιαζα...
Η αδερφή μου,(2 χρόνια μικρότερη μου) σε μια ώρα, από τη πολύ αγάπη το 'σφιγγε στα χέρια τση (το δικό τση) μέχρι που το 'πνιξε....
Μετά από λίγο, πάτησε και το δικό μου και μου το σκότωσε...
Το κλάμα μου...
Μοιρολόι!!! Θρήνος!!!!,
Στη πίσω μπάντα τση καλύβας, έσκαψα ένα λάκο και... Το κήδεψα!!! Και... Κάθε λίγο και λιγάκι, πήγαινα στο σημείο εκείνο, το ξέθαφτα και περιμένοντας... Να αναστηθεί, το ξανάκλαιγα και το ξανάμοιρολογούμουνε...
Απώλεια παιχνιδιού; Η πρώτη επαφή με την απώλεια τση ζωής; Δε γατέχω...
Όμως ίσως ήταν η αφορμή να νιώσω το πόνο, όταν κι ενώ η μάνα μου άρρωστη στο "Τζάνειο", ο κύρης μου ανέβηκε να ραβδίσει μια ελιά, όξω από τη καλύβα μας.
Με το "κατσούνι" και τη "ντέμπλα", την εποχή εκείνη, από κλαδί σε κλαδί, να χτυπά τς ελιές, να πολεμά να βγάλει "μια σταλιά λάδι", να περάσομε τη χρονιά.....
Δε πρόσεξε στη προσπάθεια του αυτή κι ένα κλαδί που επάθειε, έσπασε...
Προσπάθησε να κρατηθεί σ ένα άλλο, μα δεν τα κατάφερε...
Από μεγάλο ύψος, βρέθηκε στη γη λιπόθυμος μπροστά στα μάθια μου...
Εικόνα που κι έχουν περάσει κοντά 50 χρόνια, δε πρόκειται να σβήσει από τη μνήμη μου...
Με νοήματα και κραυγές, μπόρεσα να ενημερώσω τη κουφή γιαγιά μου....
-"Παιδί μου!!!!!" ο σπαραγμός τση.... ακόμη αντηχεί στ αυτιά μου...
Με λίγο νερό σε λίγη ώρα κατάφερε να τονέ συνεφέρει...
Κι εγώ, εθάρρουνα πως ο πατέρας μου επόθανε κι αναστήθηκε μέσα από το πόνο τση γιαγιάς μου...
Μάλλον με την ιδέα αυτή έκλαιγα κι εγώ το πουλάκι... Ότι δηλαδή, αν το 'κλαιγα... Θ' αναστηνότανε!!!!