"Η Ικεσία"
Σηκώθηκεν ο Άγγελος της νύχτας
και κρέμασε το λυχνάρι
στην άκρη της ανατολής.
Είχε τελέψει το χρέος του.
Έφερε και σήμερα το φως στην πλάση.
Ώρα να ξεκουραστεί.
Πήρε να φωτίζει ο ορίζοντας.
Τα νέφαλα βάφτηκαν ρόδινα, πορτοκαλιά.
Μακριά μακριά ο κότσυφας
ξεκίνησε το αυγινό του τραγούδι.
Ο αλέκτωρ βγήκε στο δώμα,
παίρνοντας το μήνυμα,
κι άρχισε να το διαλαλεί
στα πλάσματα του Θεού.
Ξύπνησεν ο εργάτης του κόσμου,
άκουσε, είδε, χάρηκε.
Χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του.
Καλή μέρα θα ‘χουμε, συλλογίστηκε.
Δόξα Σοι ο Θεός!
Βγήκε στο χαγιάτι
και ύψωσε τα κουρασμένα του χέρια,
τα καθαρά του χέρια,
να δοξολογήσει τον Πλάστη του.
Και τότε είδε, που να μην έβλεπε!
Δεξά δεξά, στου ορίζοντα την άκρη,
σκιά κατάμαυρη πλάκωσε την καρδιά του.
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του.
Η χαρά του εξαφανίστηκε.
Η μπόρα θά ‘ταν ισχυρή.
Αγγελικαί δυνάμεις!
Συνάδελφοι εργάτες του θρόνου του Θεού!
Παρακαλώ σας, βάλτε πλάτη!
Ελάτε να φυσήσουμε όλοι μαζί, δυνατά,
να καθαρίσουμε τον ουρανό.
Να καθαρίσουμε τον κόσμο!
Κύριε, μην αποστρέψεις
το πρόσωπό Σου από μας!
Πολλά τα δεινά που περάσαμε,
μη μας προσθέτεις κι άλλα!
Μην αφήσεις να κυλήσει ο Ήλιος,
να σβήσει ο Λύχνος!