"Γι'αυτό σου λέω άθρωπε..."
Με αφορμή την εγκληματική πράξη που σημειώθηκε χθες στο Νικηθιανό, σας παραθέτουμε το παρακάτω, εξαιρετικό κείμενο του Μιχάλη Στρατάκη. Για να μη προβάλουμε μονάχα τη μαυρίλα. Να μάθουμε να ακολουθούμε το φως.
"Εχω ένα σκύλο, Ρόκο τονε φωνάζω.
Αδεσποτάκι ήρθε στη βουνοκορφή μου και δεν ξανάφυγε.
Είχε και λεϊσμανίαση το κακορίζικο, μα τονε κάναμε καλά, με τη βοήθεια και του φίλου μας του Αντρέα Μπαντουβά, του κτηνίατρου στην Αμμουδάρα.
Τρία περιστατικά έχω να σας δηγηθώ, για ν' αποδείξω πως ο άθρωπος έχει να εξελίσεται μιλιούνια χρόνια ακόμη, για να μπορέσει να φτάξει το σκύλο.
Το πρώτο περιστατικό συνέβη το περασμένο καλοκαίρι, όταν ένα επίμονο κι ασταμάτητο γάβγισμα του Ρόκου με ανάγκασε να σηκωθω αξημέρωτα από το κρεβάτι και να βγω έξω από το σπίτι, για να δω ίντα συνέβαινε και δεν εσταματούσε ο σκύλος να γαβγίζει.

Τον βρήκα να τριγυρίζει κάτω από 'να δεντρό στην αυλή, γύρω από το ίδιο σημείο. Μόλις με είδε, άρχισε να κλαίει σαν το μωρό κοπέλι.
Επλησίασα και είδα στο γκαζόν ένα πουλάκι, μωρό ακόμη, προφανώς πεσμένο από τη φωλιά που δεν εμπόριε να πετάξει.
Επήρα το πουλάκι, εξύπνησα τη γυναίκα μου και αρχίσαμε τα δέοντα για να το σώσουμε.
Εσώθηκε το πουλί, επέταξε , μα ίσαμε να πετάξει, ο Ρόκο όλο και εστριφογύριζε εκειά που το 'χαμε βάλει.
Κι άμα το 'δε να πετά, άρχισε να κυλιέται στο χορτάρι και να κάνει σαν παλαβός από τη χαρά του.

Το δεύτερο περιστατικό, έχει να κάνει μ' έναν βάτραχο, που τον ανακάλυψε ο σκύλος δίπλα στη γεώτρυση.
Εγάβγιζε πάλι ασταμάτητα ο Ρόκο πάνω από τον βάτραχο, τον κουνούσε με το πόδι του, μα ο βάτραχος δεν κουνιότανε από το φόβο του. Κι όσο δεν κουνιότανε ο βάτραχος, τόσο εγάβγιζε ο σκύλος.
Επήγα πάλι στο σημείο του χαλασμού κι έβαλα μια τάξη στα πράματα. Απομάκρυνα τον σκύλο, έσπρωξα τον βάτραχο στις πέτρες της γεώτρυσης και τελείωσε το θέμα, με ευχαριστημένους και το σκύλο και το βάτραχο και εμένα.

Το τρίτο περιστατικό, που μ' έκαμε να λατρέψω τον Ρόκο, συνέβη χθες.
Έκανε τις βόλτες του το πρωί στην αυλή και ξαφνικά τον άκουσα να χαλάει τον κόσμο, να γαβγίζει και να κλαίει.
Βγήκα από το σπίτι, ανήσυχος. Ο σκύλος είχε ανεβεί τη ράμπα της αυλής και ήτανε έξω από την καγγελόπορτα. Εγάβγιζε και έκλαιγε σκυμένος πάνω από κάτι, το οποίο σκουντούσε με το πόδι του.
Σαν επλησίασα, είδα πως ήτανε ένας λαγός ξαπλωμένος και ακίνητος.
Προφανώς, από την παγωνιά είχε ποθάνει ο κακομοίρης, γιατί όταν τον σήκωσα δεν είδα να 'χει κάποιο τραύμα από τουφέκι κυνηγού ή καμιά άλλη πληγή.
Με το Ροκο να με ακολουθεί έσκαψα ένα λάκο και έθαψα τον λαγό.
Σήμερα το πρωί, έχασα τον Ρόκο.
Δεν ανησύχησα, γιατί εκάτεχα πού θα τον έβρισκα.
Κι εκεί τον βρήκα.
Ήτανε καθισμένος δίπλα στο λάκο όπου είχα θαμένο το λαγό.

Γι'αυτό σου λέω άθρωπε, μαυροκακομοίρη, μιλιούνια χρόνια ακόμη πρέπει να εξελίσεσαι, για να καταφέρεις να μοιάσεις του σκύλου."