Όταν κοιμούνται οι Θεοί…
Στην εφηβική ψυχή του Μέντη υπήρχε ένα βραδύκαυστο φυτίλι που οδηγούσε στην μπαρουταποθήκη της ύπαρξής του.
Η έκρηξη θα μπορούσε να γίνει ανά πάσα στιγμή και αρκούσε μια σπίθα φωτιάς. Με το που μπήκε στην εφηβεία, ενστικτωδώς, φορτώθηκε βαρύ οπλισμό για να μπορεί να αντιπαλέψει τις προκλήσεις των ρουφιάνων του χωριού που υπηρετούσαν με θαυμαστή συνέπεια τα αφεντικά τους. Το «σύστημα», τους είχε καθοδηγήσει να αντιμετωπίζουν τον Μέντη περισσότερο ως σφάγιο και λιγότερο ως άνθρωπο. Όλες αυτές οι απόκοσμες και ξεπαγιασμένες φιγούρες που βρισκόταν στην υπηρεσία του νεοφασιστικού κράτους, έκρυβαν κάτω από την ιδεολογική τους κρούστα τα κτηνώδη τους ένστικτα. Όλα τελούσαν υπό τις αποτρόπαιες-φασιστικές εντολές των «ανωτέρων». Ακόμη κι ο αέρας ήταν δηλητηριασμένος από τη μούχλα του εμφυλίου. Όλως περιέργως, τα χρόνια εκείνα, ακόμη και ο Θεός κοιμότανε…
Η εφηβεία λοιπόν ήταν το εφαλτήριο της περιπέτειας τούτης του Μέντη.
Ήταν μια Κυριακή του Ιούλη, που απ’ το πρωινό της κιόλας τσακώνονταν με το κόκκινο του Κέλσιου. «Πάμε για κολύμπι στον Κερατόκαμπο;», ήταν η δελεαστική πρόταση από έναν κοντοσυνομίληκό του. Η εύθραυστη αθωότητα του Μέντη δεν επέτρεπε αντιρρήσεις και… πριν παρέλθει το δεκάλεπτο βρισκότανε κιόλας στον Άη Γιώργη τον Πλατανίτη! Η εφηβεία είναι καλός δρομέας στις μεσαίες και μακρινές αποστάσεις. Πόσο μάλλον όταν ο δρόμος είναι γνωστός και χιλιοπερπατημένος. Στάση πρώτη, στου Πασατέμπου τη βρύση. Λίγο νερό να ξεδιψάσουν και δώστου για το Λιβυκό. Ο δαιδαλώδης δρόμος, («βόλιτες» τον έλεγαν οι παλιοί), ήταν εκείνο το ζικ – ζακ του σαλίγκαρου που οδηγεί στην έξοδο και στο φως.
Μετ’ ολίγον έφτασαν στο Αφρατί, μια μεσοπαράλια-πανέμορφη περιοχή στο σβέρκο της επιβλητικής Βίγλας, που συνδύαζε το εύκρατο κλίμα με τη θέα προς το Λιβυκό. Δυτικά ήταν τα απαστράπτοντα-πανέμορφα Αστερούσια και τον πίνακα της ζωγραφικής συμπλήρωνε το νοτικό παράθυρο του βιαννίτικου φαραγγιού.
Η νιότη η γοργόφτερη, δεν άργησε να φέρει τα δυο παλικαρόπουλα στο Βιαννίτικο γιαλό, να σβήνουν την κάψα και τον ίδρω της διαδρομής. Η Αρμενόπετρα απολάμβανε τη δροσιά της θάλασσας. Λίγο πιο δυτικά, στη Λίμνη, έπαιρναν το μπάνιο τους κάποιοι Βιαννίτες που, αφού πότισαν τα περιβόλια τους, έριχναν και… τη βουτιά τους.
Στα δυο μαγαζιά των Μαγατζέδων, οι λιγοστοί παραθεριστές άνοιγαν τα γαλέτια τους και αράδιαζαν διάφορα καλούδια πάνω στα τραπέζια. Τότε αντιλήφθηκε ο Μέντης, ότι οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο, ότι τα δίπολα είναι κυρίαρχος όρος του παιγνιδιού, ότι υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, τυχεροί και άτυχοι, δεξιοί κι αριστεροί.
Ο ποδαρόδρομος και το κολύμπι προκάλεσαν αφόρητη πείνα, που την γιγάντωσαν οι οσμές από τα τσιμπούσια των εχόντων.
Ο Μέντης κάθισε πάνω στα χαλίκια και μύριες σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τις χαοτικές διαφορές…
Ίσως γιατί, καταφανώς επηρεασμένος από το λόγο του ευαγγελίου, πίστευε (αφελώς, εντέλει), ότι το δίκιο είναι η κυρίαρχη δύναμη, η ισότητα και η δικαιοσύνη (βασικές αρχές στο θείο λόγο), είναι αδιαπραγμάτευτες κατακτήσεις του ανθρώπινου είδους.
Και ενώ πάλευε μέσα του να κατανοήσει τα ακατανόητα, νάσου εδώ, μπροστά του ο σατανάς! Έτσι καθώς η ματιά ερευνούσε τα πέριξ, το μάτι του έπεσε σ’ ένα γυαλιστερό-πανέμορφο αναπτήρα μάρκας ρόμσον! Έχει αυτή τη συμπαντική δύναμη ο Σατανάς να μεταμορφώνεται ακόμη και σε αναπτήρα. Λίγο η ανωριμότητα, λίγο η βιασύνη της πρόωρης εφηβείας κατακύρωσαν το έρμαιο υπέρ του. Όχι όμως για πολύ. Ο ιδιοκτήτης του ρόμσον δεν άργησε να τον αναζητήσει.
Μόνο ένας πραγματικός Σατανάς θα μπορούσε να σκηνοθετήσει την υπόθεση ετούτη. Ο Μέντης, βρέθηκε ξαφνικά να απολογείται για μια κλεψιά που ουδέποτε διέπραξε. Ανάμεσα στους λουόμενους κι ένας χωροφύλακας, ο οποίος, στο άψε-σβήσε άφησε το χαλάρωμα και, φόρεσε το οικείο χωροφυλακίστικο κουστούμι. Η ανάκριση με… μαγιό χωροφυλακής!!! «Να παραδώσεις το εύρημα και αύριο το πρωί θα έρθεις με τον πατέρα σου στο τμήμα, δια τα περαιτέρω»! Με μιας η Κυριακή συννέφιασε κι ο Κερατόκαμπος έγινε μαύρη θάλασσα. Το κάτισχνο κορμί του Μέντη, διαπέρασε ένα ανεξήγητο ψύχος, γιατί γνώριζε πού το πάνε οι «αρχές». Του ήταν πολύ γνωστός αυτός ο «θίασος» που κυνηγούσε «μιάσματα». Γνώριζε πώς το «φύλλον πορείας» είχε ήδη συνταχθεί... Αστυνομία, ανάκριση, συστάσεις, γυμνασιάρχης, αποβολή από το σχολείο, βορά στο αδηφάγο κοινό, που το είχαν «σπρώξει» να γουστάρει τέτοια ξεφτιλίσματα.
Αν κάποτε η ιστορία κάμει την αυτοκριτική της θα πρέπει να ντρέπεται, γιατί δεν κατέγραψε με ακρίβεια όλες αυτές τις μικρές δολοφονίες. Σε μια κοινωνία όμως, που ο νόμος της ζούγκλας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος, αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί. Έτσι, όλα αυτά τα μικρά ή μεγάλα εγκλήματα μένουν απλά θλιβερές αναμνήσεις στις ψυχές κάποιων αθώων. Δυστυχώς, κι αυτές ακόμη οι αναμνήσεις πόσο ν’ αντέξουν στην ακατάλυτη ροή του χρόνου, όταν μάλιστα η μεταχουντική σοσιαλδημοκρατία τις πασπάλισε με μπόλικη στάχτη;
Ο Μέντης, συναισθάνθηκε το αδιέξοδο και τα μελλούμενα, έτσι όπως καθόταν αποσβολωμένος στη σκιά του γέρικου αρμυρικιού.
Όμως, η ζωή έχει κι άλλα δίπολα… Συναισθηματικές παλίρροιες, που τη μια σε αδειάζουν οι άμπτωτες της αδικίας και των οργάνων της, και την άλλη σε πλημμυρίζουν τα απρόοπτα γιατί «η ζωή είναι λεχώνα»… και δεν γεννά μονάχα τέρατα… Πράγματι στα απαστράπτοντα νερά ένα πανέμορφο καΐκι έβαζε στην άκρη το πολύωρο λίκνισμά του, κι άρχισε η επιβίβαση της ντόπιας «άρχουσας τάξης», για ένα σύντομο ταξιδάκι αναψυχής ίσαμε το Μαριδάκι…
Ήδη ο φιλαράκος του, ο Αντώνης, είχε σαλτάρει πάνω στο υπερφορτωμένο πλεούμενο. Ως λαθρεπιβάτης βέβαια κι αυτός. Ασυνόδευτος παιδιόθεν. Άλλωστε από τότε που ορφάνεψε στα παιδάτα του, ασυνόδευτος ζούσε. Το κάτισχνο κορμί του Μέντη πετάχτηκε πάνω στο καΐκι σαν Σομαλός πειρατής. Ένιωθε άβολα πάνω στη βάρκα, γιατί, φρόντισε η μάνα του να τον μυήσει στο ρεαλισμό, να τον διδάξει πως υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, αριστεροί και δεξιοί, άρχουσα τάξη και δευτεράντζες, σκουλίκια και αετοί, χαφιέδες και παρακεντέδες. Ήξερε (ο Μέντης) πως, η αλεπού στο παζάρι δεν είχε καμιά δουλειά, αλλά, γούσταρε (από τότε), να μπαίνει στα ρουθούνια της αστικής νομενκλατούρας. Ήξερε πως, η βόλτα με το καΐκι ήταν μια πράξη αμαρτωλή, μια πράξη που έκρυβε πόνο και πίκρα, γιατί δεν συγχωρούσε η άρχουσα τάξη τέτοιες υπερβάσεις. Ήξερε πως, πίσω από τα γελαστά πρόσωπα των συνταξιδιωτών του και τα γλυκανάλατα τραγούδια τους, ελλόχευε η υποκρισία τους, την οποία είχαν στείλει να λουφάξει πρόσκαιρα στα αμπάρια του σκάφους. Πράγματι, δεν είχε φτάσει το καΐκι στις εκβολές του Αναποδάρη, όταν η «κυρία» υποκρισία βγήκε κι έκατσε πάνω στο κατάρτι, «εις περίποπτον θέσιν», ώστε να είναι εμφανής!!! Ήταν τότε που οι εκδρομείς έβγαλαν τα καλούδια τους για να διασκεδάσουν το ταξίδι τους. Ντολμαδάκια, κεφτεδάκια, τυράκι, αυγά βραστά και ζαμπονάκια στρώθηκαν πάνω στη βάρκα, ενώ οι άνδρες κερνούσαν ρακή! Κανείς τους δεν είδε τα βουρκωμένα μάτια του Μέντη, που δήθεν αδιάφορος κοιτούσε τις θαλασσινές σπηλιές και την «Παραθύρα», εκεί, που κατά την γνώμη των ποιητών κατοικούν οι πίκρες.
Για να δεις το «από μέσα» του άλλου πρέπει να είσαι άλτης. Να υπερπηδάς τη μικρότητα και τη τσιγκουνιά, να χαστουκίσεις (αν χρειαστεί) τους φαταουλισμούς και το «εγώ» σου. Τότε είναι πιθανό να σκεφτείς ότι ο «δίπλα» σου πεινάει!
Μέσα από τέτοιες «ευαισθησίες» μπαίνουν τα πρόσημα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια…
Το καΐκι έσκιζε τα καταγάλανα νερά του Λιβυκού, κι ο Σολακάκης, ο καπετάνιος με το ψημένο από την αρμύρα της θάλασσας πρόσωπο, πιλοτάριζε με μαεστρία. Το Μαριδάκι εμφανίστηκε, μια αληθινή πανέμορφη ζωγραφιά πάνω στον αστερουσιανό καμβά. Ο ήλιος ήταν στα δυτικά μια πυρκαγιά.
Η βάρκα προσέγγισε το γραφικό ψαροχώρι κι ένας – ένας οι επιβάτες χωνόντουσαν μέχρι το γόνατο στο νερό ίσαμε να πιάσουν στεριά. Αποδείχτηκε πως απλά ήθελαν να πατήσουν τη στεριά, γιατί σχεδόν αμέσως άρχισε η επιβίβαση. Ο Μέντης, προφητεύοντας τα μελλούμενα, ούτε που σκέφτηκε να κατεβεί. Τα όσα συνέβησαν εκείνο το μεσημέρι ήταν λίβας που κατέκαιε τα σωθικά του. Κι ύστερα, σε τίποτα δεν το είχαν να τον αφήσουν αμανάτι στο Μαριδάκι… Όχι από σκοπιμότητα, αλλά ως λησμονημένη ασημαντότητα.
Η βάρκα αγκυροβόλησε στον Άγιο Παντελεήμονα, στους Μαγατζέδες, και ο Μέντης πήδησε πρώτος στη στεριά. Είχε ήδη σουρουπώσει, κι ο δρόμος για την επιστροφή στη Βιάννο, εκτός από ανηφορικός ήταν και μακρύς. Κι ύστερα, η πείνα ήταν ανυπόφορο θεριό. Πήραν το δρόμο με γοργό βηματισμό. Στο Μενιό, ήταν μια πραγματική εκκλησία μ’ ένα αληθινό Άη Γιώργη. Ήταν ο Γιώργης ο Σινής, που διέγνωσε την πείνα τους. Δυο κατωκαύκαλα κρίθινο ψωμί και μια χαχαλιά ελιές ήταν όλα μαζί τα καλά του κόσμου! Ο σίτος και το έλαιον, έγινε η ντόπα της επιστροφής!
Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν δροσίστηκαν στου Πασατέμπου τη βρύση. Ο Μέντης ένιωθε βαθιά στη ψυχή του το πόνο από το μεσημεριανό βέλος των «αρχών» και το αίσθημα του κινδύνου ολοένα και τον κυρίευε. Όλα κι όλα δεκαπέντε λεπτά δρόμος χώριζαν τα δυο παιδιά από τη Άνω Βιάννο.
Η κεντρική πλατεία ήταν σχεδόν άδεια. Μοναχά ο πατέρας του Μέντη πηγαινοέρχονταν με έκδηλη οργή, αλλά και αγωνία, αφού το παιδί του, που ήδη είχε μπει στην εφηβεία, δεν είχε δώσει σημάδια ζωής από το πρωί της μέρας. Ο έφηβος «οσμίστηκε» πώς σ’ ολόκληρο το χωριό ήταν διάχυτος ο θυμός του πατέρα, ο οποίος φούντωσε καθώς είδε ξαφνικά το Μέντη να στρίβει με ταχύτητα κυνηγημένου το στενό του φαρμακείου και να ανηφορίζει προς τις σκάλες του Άη Γιώργη.
Μπήκε βιαστικά στο σπίτι και αμέσως έτρεξε στο τσικάλι, που απ’ τη πείνα του φαινόταν άγιο δισκοπότηρο! Η μάνα, είχε εγκαίρως διαγνώσει τις προθέσεις του πατέρα και ανησυχούσε έντονα.
Ο πατέρας δεν άργησε να έρθει. Ανέβηκε αμέσως στην έδρα του δικαστηρίου. Αυτός ήταν ο εισαγγελέας αυτός κι ο πρόεδρος. Ακολούθησε η ανάγνωση του κατηγορητηρίου. Η δίκη έγινε χωρίς υπεράσπιση. Τον κατηγορούμενο, έσωσε η ειλικρίνεια και το γοερό κλάμα της αδελφής και του αδελφού…
Την επομένη όμως η υπεράσπιση ήταν παντελώς… απούσα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ήταν ένας απαίσιος γυμνασιάρχης μέλος του «συστήματος». Ιδού η ευκαιρία, αναφώνησε μόλις εμφανίστηκε μπροστά του ο Μέντης. Πάνω στην έδρα η φαιδρότητα αγκαλιά με το μίσος. Ο κατηγορούμενος μέσα από το κρυφό φιλοσοφικό του πρίσμα κατώπευσε τους στημένους δικαστές, να παρασύρονται από το χείμαρρο της ασημαντότητάς τους. Ακούγοντας το κατηγορητήριο ο Μέντης κάγχασε για την κατάντια των γραμματιζούμενων! Τόση πια παιδεία! Τόσος ξεπεσμός!
Η απόφαση ελήφθη με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς να απολογηθεί ο κατηγορούμενος. «Πέντε ημέρες αποβολή και διαγωγή κοσμία»! Γεια και χαρά σας αδέκαστοι ετούτης της γης!!!
Ο Μέντης έφυγε από το χώρο του σχολείου «τους» με σχετική ανακούφιση.
Στα κηδειόσημα που κόλλησε σε όλα τα εμφανή σημεία της κωμόπολης, αναγράφονταν τα ονόματα όλων των σκευωρών, οι οποίοι έκτοτε ενταφιάστηκαν διαπαντός στο κοιμητήριο της σαπίλας τους.
*Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο, από την ιστοσελίδα Saronikos
*Πρόκειται για προδημοσίευση, από το βιβλίο του Μανώλη Σπανάκη