Οι Τουρκοκρητικοί
Λίπασμα 15 χιλιάδες τόνοι τσουβαλάτο ήταν το φορτίο. Λιμάνι φόρτωσης το Damam της Σαουδικής Αραβίας στον Περσικό κόλπο. Προορισμός η Bandirma της Τουρκίας, λιμάνι μέσα στο Βόσπορο, σχεδόν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.
Ο Περσικός κόλπος σωστή κόλαση. Η θερμοκρασία ημέρας πάνω από 45 βαθμούς Κελσίου και το καράβι χωρίς κλιματισμό. Οι αντλίες θαλασσινού νερού δούλευαν ασταμάτητα και καταβρέχαμε τις πυρωμένες λαμαρίνες. Για να βγεις έξω στο κατάστρωμα έπρεπε να φοράς χοντρόσολα παπούτσια, μακρυμάνικο πουκάμισο και να τρέξεις γρήγορα να μην σε «αρπάξει» ο ήλιος.
Όταν φυσούσε, ο αέρας ήταν καυτός και κουβαλούσε πολύ σκόνη. Έκλεινες ερμητικά πόρτες και φινιστρίνια και σε δέκα λεπτά είχε τόση άμμο το τραπέζι σου, που με το δάκτυλο έγραφες το όνομά σου! Οι εργάτες, όλοι σχεδόν, Ινδοί και Πακιστανοί. Δούλευαν μόνο τη νύχτα. Την ημέρα πώς να δουλέψεις με τέτοιες θερμοκρασίες. Μετά τη δύση του ηλίου άρχιζε το κρύο. Κρύο αρκετό, αλλά το παλεύεις. Ενώ με τη ζέστη δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Μετά από μια βδομάδα τέλειωσε η φόρτωση και φύγαμε από τον… καταραμένο τόπο. Περάσαμε τα στενά Ορμούζ που σηματοδοτούν την είσοδο – έξοδο του Περσικού κόλπου, διασχίσαμε τον κόλπο του Ομάν, τον Ινδικό και σε λίγες ημέρες μπήκαμε στην Ερυθρά θάλασσα. Περάσαμε το κανάλι του Σουέζ που τότε ήταν ανοιχτό, από Νότο προς Βορρά. Μαζί με τον Aιγύπτιο πλοηγό που με τις οδηγίες του θα περνούσαμε το κανάλι, ανέβηκαν στο πλοίο και οι Μπομπότηδες. Δεν έμαθα ποτέ γιατί τους ονόμασαν έτσι, αλλά ουσιαστικά είναι μικροέμποροι που ανεβάζουν στο πλοίο και πουλούν διάφορα είδη κυρίως λαϊκής τέχνης, όπως κάδρα της Κλεοπάτρας, ομοιώματα πυραμίδων, δερμάτινα ρούχα, παπούτσια, παλιές ελληνικές εφημερίδες - περιοδικά, και ένα σωρό άλλα πράγματα.
Τα παζάρια δίνουν και παίρνουν. Η συμφωνία κλείνει στα πέντε φορές λιγότερα από την αρχική τιμή.
-Έκω καλό κολοπάτρα (εννοεί κάδρο Κλεοπάτρας).
-Έκω καλό παπούτσα μαντάμα. ( Έχω καλό γυναικείο παπούτσι).
-Έκω καλό πανταλόνα κοντομάνικο(Έχω καλό κοντό παντελόνι).
Μένουν στο πλοίο σε όλη την διαδρομή και μετά μεταφέρουν το εμπόρευμα σε άλλο πλοίο αντιθέτου κατευθύνσεως. Πολύ ενδιαφέρον ο διάπλους της διώρυγας, που είναι η μεγαλύτερη του κόσμου! Έχει μήκος 190 χιλιόμετρα, πλάτος 160 μέτρα και βάθος 45 πόδια. Πλάτος και βάθος συνεχώς αυξάνονται, με στόχο κάποτε να περάσουν και τάνκερ - μαμούθ. Το έργο ολοκληρώθηκε σε 15 χρόνια περίπου και το πρώτο πλοίο πέρασε από Μεσόγειο προς Ερυθρά στις 17 Νοεμβρίου 1869. Συντομεύει την απόσταση από Αγγλία για Ινδίες, κατά 8.500 μίλια, δηλαδή τα πλοία κερδίζουν κάτι λιγότερο από την μισή διαδρομή, μέσω ακρωτηρίου Καλής Ελπίδος! Και να ’μαστε στην ευλογημένη Μεσόγειο. Αμέσως πιάσαμε ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και την επομένη το πρωί τηλεόραση! Μεγαλείο. Ο Πλοίαρχος κανόνισε την ταχύτητα του πλοίου, ώστε να φθάσουμε στα στενά στα Δαρδανέλια ξημερώματα και με το πρώτο φως του ηλίου μπήκαμε στον Ελλήσποντο. Σε λίγες ώρες περάσαμε από το Τσανά – Καλέ. Εκεί οι Τούρκοι ελέγχουν τα πιστοποιητικά κάθε εισερχόμενου πλοίου. Το πλοίο ελαττώνει εις το ελάχιστο την ταχύτητά του και πλευρίζει μία άκατος του Τουρκικού λιμεναρχείου στην υπήνεμη πλευρά. Κατεβάζεις με ένα κουβά τα ναυτιλιακά έγγραφα, τα υπογράφουν και τα σφραγίζουν, και αφού σου επιστρέψουν πίσω τον κουβά, αυξάνεις ταχύτητα και συνεχίζεις. Για να γίνει όμως η δουλειά γρήγορα, κατεβάζεις με ένα δεύτερο κουβά μερικά… μπουκάλια ουίσκι και 4 – 5 κούτες τσιγάρα…
Φθάσαμε στην Bantirma απόγευμα, ήλθε ο Τούρκος πλοηγός, και μπήκαμε αμέσως στο λιμάνι. H εκφόρτωση θα άρχιζε την επομένη το πρωί, και με το που κατέβηκε η κίτρινη σημαία της καραντίνας, όλο το πλήρωμα στη σκάλα του πλοίου για έξοδο, εκτός από τις βάρδιες φυσικά. Μόλις τελείωσα τη δουλειά μου, και αφού ο Πλοίαρχος με διαβεβαίωσε ότι είχε δουλειά και θα μείνει στο πλοίο, ετοιμάστηκα να βγω έξω. Έψαξα να βρω κάποιο για παρέα, αλλά είχαν φύγει όλοι, οπότε ξεκίνησα μοναχός μου με τα πόδια και σε λίγα λεπτά ήμουν στο κέντρο της μικρής πόλης. Η Bandirma είναι μια πόλη λίγο μικρότερη από το δικό μας Ηράκλειο. Καθώς περπατούσα στο εμπορικό κέντρο, διαπίστωσα ότι ήταν όπως περίπου περιγράφει ο Καζαντζάκης τις Τουρκοκρητικές πόλεις στα βιβλία του. Σαν να περπατούσα στο μεγάλο Κάστρο του Καπετάν Μιχάλη. Μαγαζιά που κοπάνιζαν και καβούρδιζαν καφέ, μπαχαρικά, πολύχρωμα τόπια από υφάσματα, στιβανάδικα, καφενεία με ναργιλέδες, μέχρι και χαμάληδες με αραμπάδες παρκαρισμένοι στα σταυροδρόμια. Ξαφνικά παίρνει το μάτι μου τον ασυρματιστή μας να κάθεται σε κάποιο, ας το πούμε μεζεδοπωλείο. Κουρασμένος όπως ήμουν κάθισα μαζί του. Παραγγείλαμε δυο ρακές και σε λίγο να σου ο Τούρκος μαγαζάτορας με ένα πελώριο δίσκο, να αφήνει στο τραπέζι μας δύο αρνίσια κεφαλάκια ψητά ανοιγμένα στα δύο, και μία συκωταριά τηγανισμένη εκείνη τη στιγμή.
-Από πού είστε μωρέ κοπέλια; Μπας κι είναι κανείς σας από την Κρήτη; Γιατί ο μακαρίτης ο κύρης μου ήτανε από ένα χωριό που το λέγανε Μπαδιά, μας λέει με άψογη κρητική προφορά!
-Εγώ είμαι φίλε από την Κρήτη, και είμαι από τη Βιάννο, χωριό που ‘ναι πολύ κοντά στον Μπαδιά, του απαντώ.
-Από την αποπάνω ή από την αποκάτω; Και σε ρωτώ, γιατί ο κύρης μου, μου τα’ χε όλα λεωμένα κι εγώ τάχω και διαβασμένα. Είχαμε πολλή περιουσία στον Μπαδιά.
-Από την αποπάνω είμαστε, μόνο έλα να κάτσεις να τα πούμε, του ξαναλέω. Κουβεντιάσαμε αρκετά με τον Τουρκοκρητικό εστιάτορα, τον Ταρσίμ, όπως ήταν το όνομά του, και μας είπε ότι πολύ κοντά είναι μια άλλη πόλη όπου κατοικούν αποκλειστικά Τουρκοκρητικοί. Κάποια στιγμή τον καληνυχτίσαμε και φύγαμε για το πλοίο, αλλά θες επειδή ο Ταρσίμ είχε καλούς μεζέδες, θες επειδή ήταν Τουρκοκρητικός και με τραβούσε η καταγωγή, σχεδόν κάθε βράδυ ήμουνα στο μαγαζί του με την παρέα μου.
Την επομένη το πρωί άρχισε η εκφόρτωση. Παραλήπτης του φορτίου η Αγροτική Τράπεζα της περιοχής και την εκπροσωπούσε ένας άλλος Τουρκοκρητικός, ο Λευτέρης Δάκογλου, υποδιευθυντής της Τράπεζας. Ο πατέρας του ήταν κι αυτός Τουρκοκρητικός απο το χωριό Αυλή και ονομαζόταν Παπαδάκης. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, εγκαταστάθηκε στην Bandirma. Έκοψε από το επίθετό του το «παπα», πρόσθεσε το «ογλου», και έτσι βγήκε το τωρινό επίθετο Δάκογλου. Κάτι παρόμοιο έγινε με όλους τους Τουρκοκρητικούς.
Ο Λευτέρης μιλούσε απταίστως τα παλιά Κρητικά. Τα’ χε μάθει από τον πατέρα του και με αυτά μιλούσαμε για την δουλειά μας. Όπως π.χ.
«Τασκέρου θα ντακάρομε τη δουλειά ταχινή - ταχινή»! Συνήθως τον κρατούσα τα μεσημέρια για φαγητό και για να ανταποδώσει, κάθε μέρα κρατούσε και κάτι για δώρο. Πολύ φιλότιμος και καλός άνθρωπος.
Κάποιο πρωινό μου λέει ότι το βράδυ, μαζί με τον διευθυντή της τράπεζας, θα μας κάνουν τραπέζι εμένα και του Πλοιάρχου. Πράγματι στις οκτώ πέρασαν από το πλοίο με ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε ο διευθυντής. Μπροστά κάθισε ο Πλοίαρχος, και πίσω εγώ με τον Λευτέρη. Πήγαμε σε κάποιο πολυτελές εστιατόριο. Φάγαμε φαγητά κυρίως τουρκικής κουζίνας, πάρα πολύ νόστιμα. Αφού τελειώσαμε κατά τις έντεκα, μας είπαν ότι έχουν κλείσει τραπέζι σε κάποιο καμπαρέ, να πάμε για κανένα… ουίσκι, και να δούμε αυθεντικό τούρκικο χορό της κοιλιάς. Δεν είχαμε αντίρρηση, και μόλις φθάσαμε είδα ότι μας περίμεναν. Πρώτο τραπέζι στην πίστα! Με το που καθίσαμε, να σου τέσσερις Τουρκάλες του μαγαζιού και κάθισαν στο τραπέζι μας. Μία για τον καθένα. Οι δύο που κάθισαν δίπλα στους Τούρκους παχουλές, η δικιά μου και του Πλοιάρχου πολύ χοντρές. Άνοιξε το μπουκάλι με το ουίσκι και σαμπάνια για τις κοπέλες. Η μουσική και ο χορός της κοιλιάς ήταν πολύ ωραία και σε λίγο βλέπω τους δύο Τούρκους αγκαλιά με τις κοπέλες. Μας κάνουν νόημα να τους μιμηθούμε. Τίποτα εμείς. Καμιά ανταπόκριση. Όταν πέρασε κάμποση ώρα και είδαν ότι δεν αγκαλιάζαμε τα κορίτσια, με πήρε ο διευθυντής λίγο παραπέρα και μου λέει.
- Αν δεν σας αρέσουν τα κορίτσια , να διατάξω αμέσως τώρα να φέρουν δύο πιο χοντρές με πιο πολλά… «πιασίματα». Τον διαβεβαίωσα ότι τέτοιο θέμα δεν τίθεται και θα αρκεστούμε στο θέαμα που μας πρόσφερε ο εξαιρετικός χορός της κοιλιάς.
Την επομένη, κατά το μεσημέρι, να σου ο Λευτέρης με το αυτοκίνητό του. Θα σε πάω - μου λέει- στο χωριό (Αρτάκι) με τους Τουρκοκρητικούς, να πιούμε καφέ στο κρητικό καφενείο. Το καφενείο που με πήγε ήταν ο πρώτος όροφος μιας κατοικίας. Μόλις μπήκαμε μέσα, θυμήθηκα ξανά την περιγραφή του Καζαντζάκη: ψήσιμο του καφέ στη παραστιά, αργιλέδες, μαξιλάρες, τζισβέδες, μπακίρια, και ό,τι άλλο ανατολίτικο μπορείς να φανταστείς.
Μαζεύτηκαν γύρω μου όλοι οι θαμώνες, και αρχίσαμε την κουβέντα. Αρκετοί θυμούνται ακόμα καλά τα χωριά τους. Άλλοι από τα Καλύβια, τον Σκινιά, την Έμπαρο, το Καστέλι, και άλλοι από την κάτω Μεσσαρά, (Μοίρες, Άγιοι Δέκα, Τυμπάκι). Ένας γέρος με πιάνει από το χέρι και με βγάζει στο μπαλκόνι. Μου δείχνει τον κάμπο με τις ελιές και μου λέει.
-Καλά ‘τανε μωρέ κοπέλι στην Κρήτη, μα δες κι επαέ κάλλητα. Ένας άλλος λίγο νεώτερος, μου λέει.
- Εμείς την Κύπρο την επήραμε εδά. Ίντα φωνιάζει και ξαναφωνιάζει ο Καραμαλής. Εδά θα το γράψουνε και στα χαρτιά και το πράμα εμπίτισε.
-Έχει ο καιρός γυρίσματα μπάρμπα, του απάντησα εγώ.
-Ίντα θες να πεις εδά; Ότι θα την ξαναπάρετε πίσω; Επενέβη όμως ο Λευτέρης στα τουρκικά, και σταμάτησε η μικρή διαμάχη μας, χωρίς να καταλάβω τι ακριβώς είπαν μεταξύ τους.
Μείναμε στην Bandirma δεκαοκτώ ημέρες μέχρι να ξεφορτωθεί και το τελευταίο τσουβάλι. Ενώ το πλοίο ετοιμαζόταν για απόπλου, κατέφθασαν ο Λευτέρης με το διευθυντή του να μας αποχαιρετήσουν. Μας έφεραν ολόκληρες λαμαρίνες με γλυκά, ξηρούς καρπούς, παστουρμά, και πάρα πολλά άλλα. Την παράσταση όμως την έκλεψε ο εστιάτορας, ο Ταρσίμ. Ενώ είχαμε λύσει τους κάβους και το πλοίο είχε απομακρυνθεί από τον προβλήτα, έφθασε με το αυτοκίνητό του και άρχισε να φωνάζει να γυρίσομε πίσω να πάρουμε τους τελευταίους μεζέδες που μας είχε ετοιμάσει για το ταξίδι…
*Ο Μιχάλης Καρπαθάκης είναι τ. πλοίαρχος Ε.Ν.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα "Ηχώ της Βιάννου" και συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο "Ιστορίες της Αλμύρας"