Ο Κων/νος Κτιστάκης στον Πεύκο
Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Πεύκος, το γραφικό κεφαλοχώρι, γνωρίζει μεγάλες πιένες. Σχεδόν 500 κατοίκους είχε τότε ο Πεύκος, εκτός από τις δημόσιες υπηρεσίες, δηλαδή το Ειρηνοδικείο, την Αστυνομία, το συμβολαιογραφείο και το αγρονομείο.
Τότε, στις αρχές του αιώνα, λειτουργεί για πρώτη φορά και το μονοθέσιο δημοτικό σχολείο αρρένων Πεύκου, αφού μόνο αγόρια μπορούσαν να φοιτήσουν! Τότε γεννιέται και ο Κωνσταντίνος Κτιστάκης, ο οποίος είναι και ο πρωταγωνιστής του αφιερώματος που είχε κάνει η εφημερίδα «Ηχώ της Βιάννου» στους Λεμονατζήδες και αναδημοσιεύει στο διαδίκτυο το viannitika.gr. Στους ανθρώπους που με το μεράκι τους παρήγαγαν αναψυκτικά ποτά και γλύκαιναν τα σφακωμένα χείλη των ανθρώπων.
Ο Πεύκος, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι ένα κεφαλοχώρι που το συναποτελούν οι οικισμοί, του Απάνω Πεύκου, εκεί όπου βρίσκεται ο εξαίσιος βυζαντινός ναός του Αγίου Γεωργίου, το Μηλιαράδο, που πήρε την ονομασία του από τους Μηλιαράκηδες και ο Κάτω Πεύκος. Όπως προαναφέρθηκε, την εποχή εκείνη ο Απάνω Πεύκος ήταν δύναμη. Όλα άλλαξαν μετά που κατασκευάστηκε ο αμαξιτός δρόμος και ο Κάτω Πεύκος πήρε τα πρωτεία. Όπως ήταν επόμενο, σε μια «ζωντανή» και πολυπληθή κοινωνία, ανθούσαν και πάρα πολλά επαγγέλματα, τα οποία δυστυχώς σήμερα είναι… μουσειακά. Τσαγκάρηδες, φανοποιοί, σωμαράδες, πεταλάδες και βέβαια αμέτρητα καφενεία!
Ο Πεύκος λοιπόν το 1925, απέκτησε τη δική του βιοτεχνία παραγωγής και εμφιάλωσης αναψυκτικών, την οποία ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Κτιστάκης και η οποία λειτούργησε για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες!
Οι παλιοί Πευκιανοί θα θυμούνται το αυλάκι στο καφενείο του «Κοθρή» στο Μηλιαράδο, να είναι γεμάτο με τα παγωμένα αναψυκτικά «Κτιστάκη». Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι πελάτες αντί για γκαζόζα έπιναν ρακή, αφού ο καφετζής έβαζε μέσα στα μπουκάλια τη ρακή και για να παγώσει, τα έβαζε μαζί με τις γκαζόζες στο νερό!
Η βιοτεχνία λειτούργησε αρχικά στο Χάνι και την είχαν τα δύο αδέρφια, ο Κώστας και ο Γιώργος Κτιστάκης. Το 1935, τα δυο αδέρφια χώρισαν και ο Κώστας Κτιστάκης, μετέφερε τη βιοτεχνία στον Κάτω Πεύκο, όπου εκτός από τα αναψυκτικά, λειτούργησε και καφενείο – μπακάλικο. «Σ’ αυτόν το χώρο, ήρθε και το πρώτο προπολεμικό ραδιόφωνο, το οποίο αγόρασε ο πατέρας μου έναντι 1000 οκάδων λάδι», λέει με συγκίνηση η κόρη του Κώστα Κτιστάκη, Άννα Χατζοβασιλάκη. Το ιστορικό αυτό ραδιόφωνο, έπαιξε το δικό του ρόλο στην αντίσταση, καθώς το πήραν οι αντάρτες στο λημέρι και, έκτοτε, αγνοείται …η τύχη του. Τα αναψυκτικά «Κτιστάκη» απέκτησαν με το χρόνο φήμη και οι καφετζήδες απ’ όλα τα χωριά της πρώην Επαρχίας Βιάννου, έρχονταν με τα γαϊδουράκια τους να φέρουν τα αδειανά κασόνια και να παραλάβουν γεμάτα. Τα ξύλινα κασόνια, τα είχε φτιάξει ο ίδιος ο Κτιστάκης, ενώ στη διαδικασία της παραγωγής έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια. Το εμφιαλωτήριο ήταν χειροκίνητο. Ο Κτιστάκης έφτιαχνε το μείγμα και στη συνέχεια μ’ ένα μπρίκι μπρούτζινο που ήταν η μεζούρα, έβαζε τη δόση στη φιάλη και ακολουθούσε η εμφιάλωση και το σφράγισμα. «Υπήρχε το τούμπο με το ανθρακικό και το μείγμα ήταν σ’ ένα μεγάλο ανοξείδωτο δοχείο, η μανιβέλα γυρνούσε και, με την πεταλιά, γέμιζε το μπουκάλι και ταυτόχρονα έπεφτε το καπάκι», λέει η Άννα Κτιστάκη – Χατζοβασιλάκη, η οποία θυμάται άπειρες φορές να σκάνε τα μπουκάλια στα χέρια τους και να τους τραυματίζουν! «Όταν η μητέρα μου έπλενε τα μπουκάλια, τα ήλεγχε ταυτόχρονα αν ήταν γερά, αλλά κάποια της ξέφευγαν. Έτσι, όταν γέμιζε η φιάλη και δεχόταν και τις πιέσεις από το ανθρακικό γινόταν μια μικρή βόμβα», λέει η ίδια με συγκίνηση. Για να καταλάβουμε δε, πόσο όμορφα ήταν τα χρόνια εκείνα, ο Κτιστάκης χρησιμοποιούσε φυσικό χυμό λεμονιού όταν έβγαζε λεμονάδες και φυσικό χυμού πορτοκαλιού για τις πορτοκαλάδες! Αργότερα, ήρθαν τα μπουκάλια με το μηχανισμό, τα οποία έκλειναν και άνοιγαν με τα χέρια.
Ο πόλεμος ανέστειλε τα πάντα, ενώ όταν οι Γερμανοί έκαψαν τα χωριά μας, κάηκε και το καφενείο του Κτιστάκη και μαζί η μηχανή εμφιάλωσης! Μετά την απελευθέρωση, ο δραστήριος αυτός άνθρωπος, επισκεύασε το εμφιαλωτήριο και άρχισε ξανά την παραγωγή και εμφιάλωση αναψυκτικών, η οποία διήρκεσε μέχρι και το 1965! Τότε άλλαζαν σιγά – σιγά οι νόμοι και απαιτείτο εκσυγχρονισμός και, με δεδομένο ότι δεν υπήρχε διάδοχη κατάσταση, τα αναψυκτικά «Κτιστάκη» σταμάτησαν για πάντα να παράγονται. Έχει ωστόσο εξαιρετικό ενδιαφέρον να αναφερθούμε στα καφενεία του Πεύκου την περίοδο αυτή. Στον Απάνω Πεύκο λειτουργούσε το καφενείο του Ματθαίου Παπαδημητρόπουλου, ενός πραγματικού καλλιτέχνη, ο οποίος έφτιαχνε αριστουργήματα, καθώς εκτός από καφετζής, ήταν φανοποιός, έφτιαχνε κλειδιά, σωλήνες για σόμπες, μασιές κ.α.
Στο Μηλιαράδο, δέσποζε το καφενείο του Γιάννη Πατιτάκη ή Κοθρή, δίπλα στην παραδοσιακή βρύση και το Δημοτικό Σχολείο.
Στον Κάτω Πεύκο λειτουργούσε το καφενείο του Γιώργου Βασιλάκη ή Στερεάκη, εκεί όπου ήταν και το κοινοτικό τηλέφωνο!
Λειτουργούσε επίσης το καφενείο του Νικόλαου Πατιτάκη, το οποίο ήταν και κουρείο. Ο Νίκος Πατιτάκης ήταν και χασάπης και, ως εκ τούτου, πολύ συχνά υπήρχαν σπουδαίοι μεζέδες και, προφανώς επειδή ήταν ατσίδας, λεγόταν και «ατσίδικο»!!! Για τον ίδιο έλεγαν οι Πευκιανοί και το εκπληκτικό «δε βρήκαμε κουρέα να σφάξει το αρνί»!!!
Υπήρχαν ακόμη, το καφενείο του Γιάννη Κτιστάκη, του Γιώργου Στεφανάκη και του Μανόλη Κιλιτζιράκη, ο οποίος ήταν και τσαγκάρης, για τούτο και το έλεγαν «το καφενείο του Τσαγκάρη». Άξιο αναφοράς ήταν και το καφενείο του Γιάννη Στεφανάκη, ο οποίος παράλληλα ασκούσε και την τέχνη του καρεκλά και του πεταλωτή.
Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι στον Απάνω Πεύκο, η Άννα Κτιστάκη, γιαγιά της κ. Άννας Κτιστάκη – Χατζοβασιλάκη, διατηρούσε καφενείο, το οποίο λειτουργούσε και ως μαγέρικο και φημιζόταν για το σπιτικά, νόστιμα και καλομαγειρεμένα φαγητά του. Εκεί, όπως ήταν επόμενο, έτρωγαν οι αρχές. Ωστόσο, κάποτε ένας δικαστικός (περισσότερο αστειευόμενος) την… πείραξε και την επομένη το μαγέρικο έκλεισε και δεν άνοιξε ποτέ πια…
Οι παλιοί Πευκιανοί που θυμούνται τη γλύκα της γκαζόζας, της λεμονάδας και της πορτοκαλάδας του Κτιστάκη και γεύονται τα άνοστα και ξενόφερτα σημερινά αναψυκτικά, μελαγχολούν.
Αυτές είναι ωραίες αναμνήσεις των γεροντότερων όλων σχεδόν των χωριών, αφού όπως προαναφέρθηκε, τα αναψυκτικά «Κτιστάκης» ήταν γνωστά σ’ ολόκληρη την Επαρχία Βιάννου.
Διαβάστε ακόμη:
Αναψυκτικά Βιάννου πηγής «Κουτρουβή»!
Ο αγιοβασιλείτης Μανώλης Γ. Πετράκης