Ο έμπορας του Κερατόκαμπου*
Kοντοσιμώνανε τα Λαμπρόσκολα και όσο ανεβαίνανε οι «βαρές» μέρες της Μεγαλοβδομάδας, ανέβαινε και η συγκίνηση της προσμονής και της νοσταλγίας για τον γυρισμό των ξενιτεμένων.
Οι μέρες αποζητούσαν το σμίξιμο της φαμελιάς, τον εκκλησιασμό, την ομορφιά των εθίμων, τα πλούσια γιορτινά τραπέζια και όλα αυτά μαζί θα στάλαζαν στις ψυχές των πιστών την χαρά των εορτών. Ο Τίτος Παπαμαστοράκης, ο σπουδαιότερος έμπορας της εμπορικής σκάλας του Κερατόκαμπου, είχε στον νοτερό γιαλό την έδρα των επιχειρήσεών του. Επειδή τότε στον ερημικό γιαλό δεν είχε ούτε παπά, ούτε ενορία, ο Τίτος, για να μην μείνει αλειτούργητος την Μεγαλοβδομάδα, αποφάσισε να αφήσει την επιχείρησή του στον υπάλληλό του, τον Γρηγόρη Ραπτάκη, ώστε να ανέβει στην Πάνω Βιάννο να λειτουργηθεί. Στην κωμόπολη είχε τρεις ενορίες και θα μπορούσε να επιλέξει σε ποια ενορία θα πήγαινε. Επίσης, είχε ακόμη και μια άλλη επιλογή: θα μπορούσε να πάει στο κοντινό αντρικό μοναστήρι της Αγίας Μονής, με την γρήγορη φοράδα του, με την οποία από την Βιάννο θα έκανε περίπου δέκα λεπτά.
Στις αγρυπνιές της Μεγαλοβδομάδας θα αντάμωνε καλοντυμένους και στολισμένους τους συγχωριανούς του. Μετά την απόλυση της λειτρουγίας θα πήγαιναν στο καφενείο ή στο καθολικό του μοναστηριού να πιούνε ένα καφέ, να ανταλλάξουν αγάπη, να κουβεδιάσουν, να δώσουν και να πάρουν. Αγιασμένος από την αναστάσιμη λειτρουγιά, θα έσμιγε με δικούς να στρώσουν τον λαμπριατικό τραπέζι να ξεσαρακοστέψουν. Θα έσμιγε με τον αδερφό του, τον Γιάννη τον γιατρό, ο οποίος ήταν και βουλευτής στην βουλή της Κρητικής πολιτείας. Όλα αυτά θα του έδιδαν την συγκίνηση και την χαρά της Μεγάλης Λαμπρής.
Πριχού συνδεθεί η Βιάννος με αυτοκινητόδρομο με το Ηράκλειο, για να καλύψει τις εμπορικές συναλλαγές της, στράφηκε προς την θάλασσα. Κάθε δεκαπέντε μέρες, περνούσε το καράβι του γύρου, που πήγαινε γιαλό γιαλό και σταματούσε στις εμπορικές σκάλες όπου φορτοξεφόρτωνε εμπορεύματα. Το εμπόριο της μαρτυρικής επαρχίας Βιάννου γινόταν στην προκυμαία. Οι έμποροι έκτισαν μαγατζέδες στην γυρογιαλιά του Κερατόκαμπου, τους οποίους θα μπορούσανε να τους χαρακτηρίσομε ως εισαγωγικούς και εξαγωγικούς οίκους που εξυπηρετούσαν την επαρχία και τα κοντινά χωριά, όπως τα Μπαρίτικα, την Μάρθα, τον Καραβάδο, την Αυλή, τον Σκοινιά και τα Καστελιανά.
Ο Τίτος ήταν ο μοναδικός έμπορας που αγόραζε τα κίτρα και τα συσκεύαζε σε ξύλινα βαρέλια με την αλμύρα της θάλασσας και τα εξήγαγε. Εξυπηρετούσε με τον καλλίτερο τρόπο τους πελάτες που πήγαιναν στο μαγατζέ του. Αγόραζε τα εγχώρια αγαθόκαλα που παρήγαγαν τα γεωργικά χωριά: λάδι, χαρούπια, κίτρα, πυρήνα, κάρβουνα και ξύλα. Όλα αυτά τα φόρτωναν στα γαϊδουρομούλαρά τους, κατηφόριζαν την γαϊδουρόστρατα και οι πιο μακρινοί έκαναν ώρες για να φτάσουν στον Κερατόκαμπο για να πουλήσουν τα εγχώρια προϊόντα τους. Αγόραζαν φαγώσιμα όπως ρύζι, ζάχαρη, οινόπνευμα, μπακαλιάρο, οικοδομικά προϊόντα, αλλά και κεραμίδια, ξυλεία, μεσοδόκια και αποικιακά.
Τον Τίτο στόλιζε μια γενναία παιδεία. Είχε τελειώσει την Νομική Αθηνών. Είχε διαβάσει ελληνική και ξένη λογοτεχνία, όπως και τους κλασικούς μεγάλους Ρώσους συγγραφείς. Στον γιαλό κέρδιζε καλά χρήματα, αλλά παραπονιόταν ότι του έλειπε η πνευματική ζωή της πόλης, τα πολιτιστικά δρώμενα, οι ομιλίες, οι παρουσιάσεις βιβλίων, το θέατρο και ιδιαίτερα οι αρχαίες τραγωδίες. Επίσης, αγαπούσε την εκκλησία και γνώριζε πολλά για την βυζαντινή υμνογραφία. Θαύμαζε την μελοποιημένη εκκλησιαστική ποίηση, που τον συγκινούσε πολύ. Γνώριζε τους σπουδαίους θρησκευτικούς ποιητές, που έγραψαν αυτήν την μεγάλη ποίηση. Θαύμαζε τον Κοσμά τον Μελωδό ως ένα κορυφαίο ποιητή. Αγαπούσε όμως περισσότερο τον ετεροθαλή αδερφό του, τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τον οποίο θεωρούσε ως τον ποιητή της Ανάστασης. Αγαπούσε όλες τις μεγαλογιορτές του χρόνου, αλλά σε ξεχωριστή, υψηλή και πιο αγαπητή θέση είχε την Μεγάλη Λαμπρή.
Για να απολαύσει τις τελετές της μύησης της Μεγαλοβδομάδας, ο Τίτος τις πρωινές ώρες του Λαζαροσάββατου καβαλίκεψε τη φοράδα του και άρχισε να ανεβαίνει την γαϊδουρόστρατα από το νοτερό γιαλό για να πάει στην Βιάννο. Τρία κονταρόξυλα είχε βγει ο ήλιος στον ουρανό όταν έφτασε να δει την διπόταμη κοιλάδα του Χόνδρου, είχε σκαπετίσει το μεσοστράτι. Ακόμη μια ώρα δρόμος και θα έφτανε στην γενέθλια κωμόπολή του, την Πάνω Βιάννο. Όταν έφτασε στην
διπόταμη κοιλάδα του Χόνδρου, στην περασά του ήταν του Γιαννάκου το μαγαζί. Παραξενεύτηκε που είδε πολύ κόσμο, άντρες και γυναίκες και παιδιά να είναι μέσα και έξω στο μαγαζί στο χωματένιο σοκάκι να είναι προβληματισμένοι και σε έντονο ύφος να συζητούν.
Σταμάτησε να πιει ένα καφέ αλλά και να μάθει τι συμβαίνει και σταμάτησαν τις ετοιμασίες. Κάθε χρόνο από τα μεσακά της Κουφής Εβδομάδας είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για την Λαμπρή. Ασβέστωναν τα σπίτια τους, τα παράσπιτα και τα γειτονοπέζουλα για να ντύσουν το χωριό στα ολάσπρα και να εορτάσουν την χαρά της Λαμπρής μεσα στις αναστάσιμες εορτές της φύσης. Ο Τίτος ήταν ο μισός Χονδριγιανός, ο πατέρας του ήταν ο οπλαρχηγός Γιάννης Παπαμαστοράκης από την Βιάννο και μάνα του ήταν από τον Χόνδρο, η Κυριακή Σερμάκη, για αυτό και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Γιαννάκος, ο καφετζής και πρόεδρος της κοινότητας, πήρε τον λόγο και του είπε:
– Κύριε Τίτο, χθες την παραμονή του Λαζαροσάββατου κατέφτασαν στο χωριό μας μια ομάδα αντρών, μια δωδεκαριά άντρες, σε
ηλικία από είκοσι έως σαράντα χρόνων. Είναι φτωχοντυμένοι και τα ρούχα τους είναι γεμάτα μπαλώματα. Οι αρβύλες τους έχουν πολλά πεδούλια. Είναι αξύριστοι και ακούρευτοι. Φαίνονται καλοί και συμπαθητικοί άνθρωποι, ταλαιπωρημένοι που η φτώχεια τούς είχε γονατίσει και τους ανάγκασε να δώσουν των αμματιών τους, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν άλλη πατρίδα για να ζήσουν. Το νέο διαδόθηκε στο χωριό και γι’ αυτό μαζώχτηκαν εδώ οι άνθρωποι. Τους κεράσαμε μια ρακή και τους ρωτήσαμε ποιοι είναι. Και μας είπαν πως είναι από την Ικαρία και ζητούνε δουλειά.
– Και πώς ήρθανε επαέ και δεν εμείνανε σε ένα από τα χωριά που περάσανε;
– Μας είπαν ότι πριν πολλά χρόνια ο Αντρέας του γέρο Θεοδόση, του Μυλωνά, δούλευε στα καράβια. Το βαπόρι του έδεσε στο λιμάνι της Ικαρίας. Παρέμεινε πολύ στο νησί τους, φιλέψαμε και του προτείνανε να τον παντρέψουν στο νησί τους. Εκείνος τους είπε ότι ήταν αρραβωνιασμένος και ότι θα ταξίδευε ακόμη λίγο να μαζέψει λίγους παράδες και στην συνέχεια θα ξεμπάρκαρε και θα γύριζε στο χωριό του.
Φεύγοντας τους είπε αν τους βάλει η περασά από το χωριό του, θα χαρεί πολύ να τους ξαναδεί. Έτσι ήρθανε στο χωριό μας. Παρακάλεσα τους χωριανούς, όσοι μπορούνε να φέρουν από ένα πιάτο φαγητό να ταΐσομε τους ξένους. Γιατί όταν τρώει ο ένας και ο άλλος θωρεί, ο κόσμος θα χαλάσει. Οι χωριανοί ήρθαν και κρατούσαν σε ασπρόπετσες το φαγητό. Παρακάλεσα τις φουρνάρισσες του χωριού την Γιαμαλομανώλαινα, την Μαμάνα και την γρα Μαμή που πάντα είχαν ψωμί από τα φουρνιάτικα και έφεραν παξιμαδαρένιο ψωμί και έτσι τραπεζώσαμε αυτούς τους θεόφτωχους ξένους. Αν και όλοι λυπηθήκαμε αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους στην κατάσταση που τους είδαμε, άλλοι λένε να τους κρατήσομε και άλλοι να τους διώξουμε και το χωριό διχάστηκε.
– Ανέ τους καλοφερθούμε, θα γράψουνε στους δικούς τους ότι εδώ ο τόπος έχει ψωμί και θα έρθουνε στο χωριό μας καραβιές και ίντα θα τσοι κάμομε! είπε ο Κοκότας.
– Έρχονται τα Λαμπρόσκολα και πάει άσκημα να κακοφερθούμε σ’ αυτούς τους δυστυχισμένους ξένους. Αν τους διώξομε, δεν θα αναστηθεί ο Χριστός στο χωριό μας, είπε ο μοναχός Ιουστίνος, ο οποίος είχε έρθει από το κοντινό μοναστήρι της Αγίας Μονής για να τους λειτρουγήσει να μην μείνουνε αλειτρούητοι, την Μεγαλοβδομάδα αφού ο παπάς της ενορίας είχε πεθάνει.
– Να τους ’ποβγάλουμε, γιατί ανέ ’πομείνουνε στο χωριό θα πειράζουν τις γυναίκες και τις θυγατέρες μας και θα έχομε κακά ξέτελα, είπε ο Χατζηνταούτης.
– Εμείς δεν έχομε δουλειά να κάνομε και ανέ βρεθεί ένα μεροκάματο και το πάρουν οι ξένοι, εμείς πώς θα πορευτούμε; είπε ο Κογιάκος.
Συνέχισε ο πρόεδρος της κοινότητας να ιστορεί στον κύριο Τίτο ότι βρίσκεται σε μια μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλει να υποκύψει στην γνώμη των λίγων χωριανών που θένε να κακοφερθούνε σε αυτούς στους δυστυχισμένους ξένους. Και σκέφτηκε να συγκαλέσει έκτακτο κοινοτικό συμβούλιο, για να αποφασίσουν ίντα θα κάνουμε αυτούς τους ξένους που ήρθαν στο χωριό τους. Είπε ότι το συμβούλιο θα είναι ανοικτό να έρθουν όσοι θέλουν να πάρουν τον λόγο. Θα καλέσει όλα τα εξέχοντα πρόσωπα του χωριού. Τους παλιούς προέδρους και αντιπροέδρους για να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουν αυτό που πρώτη φόρα συμβαίνει στο χωριό. Συνέχισε με τον προβληματισμό ότι μπαίνει το Μεγαλοβδόμαδο και έχουμε κολαστεί. Πολλοί σταματήσανε την νηστεία και έχουνε λερώσει. Το χωριό είναι διχασμένο σε δυο στρατόπεδα. Οι μεν κατηγορούνε τους δε. Έχει έρθει σε μεγάλη αντίθεση η στράτα της αγάπης που δίδαξε ο Χριστός με το μετερίζι του συμφέροντος.
Η Γρα-Νταντάλα αψηλή αδύνατη ξερακιανή κρατώντας ένα μακρύ καλάμι να ’κουμπίζει, να γυρίζει το χωριό και δεν έλειπε από κανένα γεγονός, βγήκε μπροστά, πήρε τον λόγο και είπε:
– Χριστιανοί, να κάμομε μια λειτρουγιά, να προσευχηθούμε, να κάμομε ξαπλωτές μετάνοιες οι γυναίκες, να ανάψομε τα καντήλια των αγίων του χωριού μας να θυμιατίσομε και τους τέσσερεις ρουκούνους του χωριού και ο Μεγαλοδύναμος θα μασέ φωτίσει να βρούμε την λύση στο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζομε.
– Δεν είναι λύση τα λιβανίσματα και οι μετάνοιες. Χριστιανοί είναι κι αυτοί και πρέπει να τους καλοφερθούμε στην δύσκολή τους ώρα, είπε ο καλοσυνάτος ο μπάρμπα-Δρακούλης.
– Εσύ μωρέ είσαι με τους Μόσχοβους. Είσαι με τους Μπολσεβίκους! Με αυτά που λες βάνεις βόμβες στα θεμέλια της κοινωνίας μας. Αν δεν σου αρέσει ετσά που ζούμε, να φύγεις και να πας αλλού να βρεις τους μιαστούς σου. Αυτοί μπορεί και να μην είναι χριστιανοί, είπε ο Κατσοπρίνης.
– Ε, δεν πειράζει! Όποιον θεό κι ανέ λατρεύουνε, εμείς πρέπει να τους καλοφερθούμε, είπε ένας νεαρός που σπούδαζε στην πολιτεία, ο γιος του Πέτρο Γλάρου.
– Ήμαρτον Κύριε! Από τσοι μορφωμένους θα χαλάσει ο κόσμος, είπε η γρια-Νταντάλα. Εμείς τηρούμε νηστείες, τα τετραδοπάρασκα δεν τρώμε ούτε λάδι, αλλά με τον ερχομό τους μασέ κολάσανε. Γιάντα ήρθανε στον τόπο μας; Μπας κι έχουν στο νου τους κακό σκοπό;

Ο Τίτος είχε τελειώσει την Νομική Αθηνών. Επειδή ο αδερφός του ο Γιωργής είχε ανοίξει δικηγορικό γραφείο, δεν θέλησε να του κάμει αντίπραξη: δεν θέλησε να εξασκήσει την δικηγορία και ασχολήθηκε με εμπορικές επιχειρήσεις. Ήταν ευγενής, τίμιος και για την προσωπικότητά του ακούγονταν καλά λόγια. Άκουσε με ενδιαφέρον όλα αυτά που λέγανε στο μαγαζί, ήρεμος και χαμογελαστός για να δώσει μια λύση, στην βαθιά χαράδρα που άνοιγε και θα κατάπινε το χωριό ρώτησε:
– Γιαννάκο, πού τους έχετε αυτούς τους ξένους;
– Στο σχολείο που έχει κάνει πάψεις, εκεί αποφασίσανε να τους στεγάσομε προσωρινά.
– Αμέτε με στο σχολείο, να τους δω, να μιλήσω μαζί τους, να δω ανέ μπορέσω να τους βοηθήσω.
Με μεγάλη χαρά οδήγησαν τον κύριο Τίτο στο δημοτικό σχολείο εκεί όπου φιλοξενούσαν προσωρινά τους ξένους. Το σχολείο ήταν αντίκρυ από την εκκλησία την Παναγία. Οι ξένοι κάθονταν στην αυλή και λιάζονταν. Τους πλησίασε, τους χαιρέτησε και με ευγένεια τούς ρώτησε:
– Ξέρετε να κάνετε καρβουνοκάμινα;
– Ναι, γατέχομε, γιατί και στον τόπο μας καμίνια κάναμε.
– Πρόεδρε, φρόντισε λίγες μέρες τους ξένους και την Τρίτη των σκολών να μου τους φέρεις στο γιαλό να τους δώσω δουλειά και τόπο να μείνουνε.
– Κύριε Τίτο, ο Θεός να σου δίδει καλό για αυτό που κάνεις για το χωριό μας.
Το αρχοντολόι μα και οι απλοί άνθρωποι με παρατεταμένα κρουσταλάκια επιβράβευσαν την πρόταση τού κυρίου Τίτου γιατί τους έβγαλε από ένα μεγάλο αδιέξοδο και ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση. Έφερναν μεσημεριανό και βραδινό φαγητό. Ο καθένας από ένα πιάτο με νηστήσιμα και ταΐζανε τους ξένους. Εκείνοι για να ανταποδώσουν ευχαριστίες, τους είπαν:
– Πρόεδρε, να μασέ φέρεις ασβέστη να ασβεστώσομε την εκκλησία την Παναγία και τον Άγιο Θεόδωρο, να προσφέρουμε κι εμείς κάτι για την αγάπη που μας δείχνετε.
Ώρα κολατσού της Μεγάλης Τετάρτης ο Τίτος κατέβηκε στον Χόνδρο για να δει αν έχουν ησυχάσει τα πράγματα. Με λύπη άκουσε ότι έχει διχαστεί το χωριό. Μάλιστα, του μετέφεραν ότι ορισμένοι λένε ότι ψεύτικα το είπε πως θα πάρει αυτούς τους ξένους. Ακούγοντας αυτά σκέφθηκε να συντομέψει τα πράγματα. Πήγε με τον πρόεδρο της κοινότητας στο Δημοτικό σχολείο και είπε στους ξένους να ετοιμαστούνε, να μαζέψουν τα πράγματά τους, και να τον ακολουθήσουν να πάνε στο γιαλό. Οι Καργιώτες ευχαρίστησαν τον πρόεδρο, το κοινοτικό συμβούλιο και τους χωριανούς της διπόταμης κοιλάδας του Χόνδρου για την φιλοξενία. Καβαλίκεψε ο Τίτος την φοράδα του και πήγαινε μπροστά για να τους πάει στο γιαλό. Οι ξένοι έβαλαν ο καθένας στον ώμο του το τσουβάλι που κρατούσε τα λιγοστά του πράγματα και τον ακολούθησαν. Τους πήγε στην εμπορική σκάλα του Κερατοκάμπου, όπου ο Τίτος είχε το μεγάλο εμπορικό. Στην συνέχεια τούς πήγε περίπου τρία χιλιόμετρα στην εξοχική
περιοχή στο Σκουροκέφαλο, αντίκρυ από τη θάλασσα. Εκεί είχε ένα δάσος όπου και τους εγκατέστησε. Εκείνοι χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες, δυο ή τρεις μαζί, έκαναν μια πρόχειρη καλύβα για να μένουν και στην συνέχεια έσκαψαν μεγάλους λάκκους, όπου θα έκαναν τα καρβουνοκάμινα.
Ο Τίτος σκέφθηκε ότι ο γιαλός με τόση εμπορική δραστηριότητα έπρεπε να έχει ένα παπά να τους λειτρουργά, τουλάχιστο τις μεγάλες σκόλες. Είχε κάποια ξωκκλήσια που θα μπορούσαν να ανεβάζουν λειτρουργίες. Πήγε στο αντρικό μοναστήρι της Αγίας Μονής που είναι κοντά με την κωμόπολη, τον έδενε γνωριμιά, αλληλοεκτίμηση και φιλία με τον Ηγούμενο και του είπε:
– Ηγούμενε, από καρδιάς σε παρακαλώ να στείλετε ένα μοναχό στον γιαλό να μασέ λειτρουγήσει την Μεγάλη Πέμπτη, την Μεγάλη Παρασκή και την Λαμπρή.
– Τίτο, το χατίρι σου είναι μεγάλο, μα δεν είναι υπερβολή να πέψω ένα μοναχό να λειτρουγήσει για ελάχιστους ανθρώπους την στιγμή που μένουνε μικρά χωριά αλειτρούητα; Άλλωστε, στον γιαλό δεν υπάρχει ψάλτης και ο μοναχός δεν μπορεί να λειτρουγήσει.
– Στο γιαλό είναι δώδεκα Καργιώτες, που κάνουνε καρβουνοκάμινα, γοργό άλλοι τόσοι είναι οι μετοχάρηδες που έχουν χρόνια να ακούσουν τον καλό λόγο, το Χριστός Ανέστη. Όσο αφορά για τον ψάλτη, θα ψάλλω εγώ. Στο γιαλό έχει έρθει από την Γεράπετρο ένας αγγειοπλάστης, ο ονομαζόμενος Φραγκούλης, οποίος έχει κάνει ένα καμίνι και ψήνει σταμνιά, τσικάλια και κουρούπια. Είναι καλλίφωνος, ψάλλει πολύ ωραία και στον ερημικό γιαλό που εργάζεται, του λείπει κι εκείνου η εκκλησία. Και οι δυο θα βοηθήσομε.
– Για το χατίρι σου, Τίτο, θα στείλω στον γιαλό τον Αμβρόσιο για να σας λειτρουγήσει.
Ο Τίτος ευχαρίστησε τον Ηγούμενο και άρχισε να κάμει λαμπριάτικες ετοιμασίες στον γιαλό για να εορτάσουν την Αγία Ανάσταση. Έδωσε στους Καργιώτες ασβέστη και ασβέστωσαν το ξωκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα, που ήταν κύμα κύμα. Καθάρισαν τον γύρω χώρο, όπου θα λειτρουγούνταν. Τους είπε και έφεραν ξύλα για να κάνουν την φουνάρα. Οι μετοχάρισσες του νοτερού γιαλού, βαθιά συγκινημένες, ευχαρίστησαν τον Τίτο που δεν θα έμεναν αλειτρούητες. Έφεραν λουλούδια και στόλισαν τον Επιτάφιο.
Την Μεγάλη Παρασκευή, αφού έψαλλαν τα εγκώμια, οι Καργιώτες σήκωσαν τον Επιτάφιο και τον περιέφεραν κύμα κύμα στους Μαγατζέδες. Ακολουθούσε ο μοναχός και πίσω ο Τίτος με τον Φραγγούλη έψαλαν καθ’ οδόν τα εγκώμια και το «Κύριε ελέησον». Ο Τίτος ήταν τότε πενήντα χρόνων και ένιωσε μια βαθιά χαρά, μια ιερή συγκίνηση, που αξιώθηκε στις αγρυπνιές της Μεγαλοβδομάδας να ψάλλει εκείνα τα όμορφα λαμπριάτικα τροπάρια που τόσο αγαπούσε και τα θαύμαζε όπως το «Αναστάσεως ημέρα», «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν», «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός», «Ορθρίσομε όρθου βαθέως» «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις», «Γυναίκες μετά μύρων», «Αύτη η κλητή και αγία ημέρα», «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ», «Ω Πάσχα το μέγα», «Κύματι θαλάσσης», «Σε τον επί υδάτων», «Ω των θαυμάτων των καινών. Ένιωσε ότι χρωστούσε στους δυστυχισμένους Καργιώτες που ήταν
η αιτία να σταματήσει στο στασίδι να ψάλλει τα λαμπριάτικα, αυτή την μεγάλη ποίηση. Ανήμερα της Λαμπρής στην αυλή του Μαγατζέ του, ο Τίτος έστεσε λαμπριάτικο τραπέζι στους ξένους. Φάγανε ήπιανε, τον ευχαριστήσαν και το απόγευμα πήγαν στις σκηνές τους. Την Δευτέρα των σκολών κίνησαν την εργασία τους.
Έκοβαν ξύλα, τα έχτιζαν με την τεχνική που ήξεραν και έκαναν καρβουνοκάμινα. Τους έδιδαν φωτιά και έμεναν ξάγρυπνοι τις νύχτες να βλέπουν τα καμίνια να μην σπάσουν να καούν τα κάρβουνα, γιατί τότε θα έχαναν τους κόπους τους. Όπου άρχιζε να καπνίζει το καμίνι, ήταν ένδειξη ότι μπορεί να σπάσει, του έριχναν χώμα να μην μπει αέρας να καούν τα κάρβουνα να γίνουν στάχτη. Φόρτωναν τα καρβουνοκάμινα στους γαϊδάρους και τα παρέδιδαν στον Τίτο. Εκείνος κατέγραφε με τιμιότητα πόσες οκάδες κάρβουνα του παρέδωσαν και αυτοί αγοράζαν από το κατάστημά του τα χρειαζούμενα για να περάσουν.
Τους Σετεμπριάδες ο Τίτος απασχολούσε τους Καργιώτες στο χαρουπομάζωμα, αφού του μάζευαν τις πολλές χαρουπιές που είχε στον κάμπο του γιαλού, τους απασχολούσε και σάκιαζαν τα χαρούπια που αγόραζε. Τότε ο γιαλός παρήγαγε χιλιάδες τόνους χαρούπια. Περνούσε το καράβι του γύρου που με τις βενζίνες ξεφόρτωνε αποικιακά και οικοδομικά και δημητριακά προϊόντα και τροφοδοτούσε τους εμπόρους στην σκάλα του Κερατόκαμπου. Στην συνέχεια φόρτωναν οι Καργιώτες στις βενζίνες τα τσουβάλια τα χαρούπια και τα μεταφόρτωναν στο καράβι του γύρου. Αυτή η διαδικασία γινόταν με πολλή φασαρία και ταίριαξαν ένα δίστιχο:
«Σωπάτε την βαβουρανιά και το καλαμπαλίκι
κι ίδια πως φορτώνουνε Καργιώτες το καΐκι».
Λίγο πριχού πιάσει ο βαρύς χειμώνας, κάνανε λογαριασμό οι Καργιώτες με τον Τίτο, έπαιρναν όσα τους χρωστούσε και γύριζαν στο νησί τους. Έχει μείνει να λέγεται ακόμη η φράση. «Ακριβαίνει ο Τίτος το λάδι, το λιγοστεύουν οι Καριώτες». Με τα χρήματα που είχαν κερδίσει από την σκληρή εργασία που έκαναν γυρνούσαν στο νησί τους να περάσουν ένα χορταστικό χειμώνα με τις φαμίλιες τους. Οι Καργιώτες, μόλις άνοιγε ο καιρός, έρχονταν κάθε χρόνο στου Τίτου και συνέχιζαν τις εργασίες τους φέροντας και άλλους δικούς τους άντρες που θέλανε να δουλέψουν στα καρβουνοκάμινα. Στα χωριά οι γυναίκες που ήθελαν να τιμήσουν και να ανεβάσουν τους γιους και τους αδερφούς ότι ήταν καλοί αλλά και επιτυχημένοι έλεγαν:
– Ποιος είναι στην πλαγούρα, που έχει ζέψει τα βούγια και κάνει χωράφι; ρώτησε η μια αδερφή.
– Δεν τονέ γνώρισες; Το Τιτάκι μας είναι, απαντούσε η άλλη.
Ο Τίτος με την πλατιά μόρφωση και την οικονομική του επιφάνεια που είχε στην περιοχή του έκανε το μεγαλύτερο κύκλο εμπορικών συναλλαγών. Διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων. Μονάχος του γέμισε ένα καράβι καρβουνοκάμινα από την εμπορική σκάλα του Κερατόκαμπου και τα έστειλε εκτός Κρήτης σε μεγαλύτερες αγορές. Τα συνόδεψε ο γιος του ο Γιάννης ο Δικηγόρος. Στον Πειραιά βρήκε αγοραστή για τα κάρβουνα και τηλεγράφησε στον πατέρα του, τον Τίτο, για την τιμή που του έδωσαν, αν συμφωνούσε να πουλήσει. Τηλεγραφικώς του απάντησε ο πατέρας του:
– «Πουλήσετε, αλλά προσέξετε πρόσωπο αγοραστή».
Ο Τίτος Παπαμαστοράκης παντρεύτηκε την Κατερίνα Σπανάκη και απέκτησαν οκτώ παιδιά: Τον Γιάννη, τον Γιώργη (Γερουλάνο), την Μαρία, την Κυριακή, τη Σοφία, τη Δήμητρα, τον Μανώλη και τον Γρηγόρη. Απόκτησαν οκτώ εγγόνια. Από τον Γιώργη: τον Γιάννη και τον Μανώλη που αξιώθηκαν και έγιναν σπουδαίοι πανεπιστημιακοί δασκάλοι. Από την Μαρία: που παντρεύτηκε τον Μιχάλη Πλαντζουνάκη απέκτησε μια εγγονή την Βούλα. Από την Σοφία: που παντρεύτηκε ένα καθηγητή από την παλιά Ελλάδα απέκτησε ένα εγγόνι τον Παύλο. Από τον Μανώλη: που πήρε την Κική του Μαυρογένη, απέκτησε δυο εγγόνια: τον Τίτο και την Κατερίνα και από τον Γρηγόρη απέκτησε ένα ακόμη εγγονάκι, τον Τίτο. Ο Γιάννης του Τίτου έχασε την ζωή του τριανταέξι χρόνων και δεν πρόλαβε να κάνει οικογένεια.

Όταν ήρθε η Γερμανική Κατοχή, οι Μαγατζέδες στην εμπορική σκάλα του Κερατόκαμπου είχαν πολλά εμπορεύματα. Οι αποθήκες του Τίτου ήταν κατάφορτες. Υπήρχαν μεγάλες ντίνες με ελαιόλαδο, αρίστης ποιότητας, κίτρα, τυριά, πυρήνα, ξυλεία, κριθάρι, χαρούπια, κάρβουνα, οικοδομικά υλικά και αποικιακά. Οι Γερμανοί κατακτητές είχαν την άποψη ότι οι ντόπιοι έπρεπε να συντηρούν τον στρατό τους. Ένας Γερμανός στρατιώτης έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε μια μεγάλη ντίνα που είχε πολλούς τόνους λάδι. Η σφαίρα τρύπησε χαμηλά τη ντίνα και άρχισε να τζουρναρίζει το λάδι και έτσι πλημμύρισαν οι αποθήκες. Τόσο πολύ στενοχωρήθηκε ο Τίτος, που αρρώστησε. Ήταν τότε εβδομήντα χρόνων. Έπεσε στο κρεβάτι και σε λίγες μέρες στις 21 του Μάη του 1944 πέθανε.
Οι Γερμανοί είχαν βάλει τον Τίτο στο μάτι γιατί ήταν οργανωμένος στην Εθνική Αντίσταση. Κυνηγούσαν και το γιο του, τον Γεώργιο
Παπαμαστοράκη ή Γερουλάνο. Είχαν ζώσει το σπίτι του Τίτου την παραμονή κι ανήμερα της κηδείας και περίμεναν να έρθει και ο γιος του ο Γερουλάνος για να αποχαιρετήσει τον πατέρα του, για να τον συλλάβουν να τον εκτελέσουν. Γιατί μετά την εκτέλεση του αρχηγού της αντίστασης, του Ραπτόπουλου, από τις γερμανικές δυνάμεις
κατοχής, ανέλαβε αρχηγός της Αντίστασης, ο Γερουλάνος, που με την καρδιά συντρίμμια, κρυμμένος στον αντικριστό λόφο του Γυμνάσιο με τα κιάλια παρακολουθούσε την κηδεία του πατέρα του. Αργότερα οι Γερμανοί κατακτητές επίταξαν από τα γύρω χωριά γαϊδουρομούλαρα και αγωγιάτες και φόρτωναν από του Τίτου το Μαγατζέ αγαθόκαλα και τα κουβαλούσαν ψηλά στον Πύργο, στο κεντρικό πολυδύναμο
γερμανικό φυλάκιο και από εκεί τα έστελναν στο Ηράκλειο.
Οι Καργιώτες, τις χίλιες τρακόσιες μαύρες μέρες της Γερμανικής Κατοχής, δεν ξανάρθαν στην Βιάννο, αλλά έμεναν στο νησί τους.
Μετά την απελευθέρωση θελήσαν να έρθουν ξανά στην Κερατόκαμπο να δουλέψουν, να δούνε, τους ανθρώπους που γνωρίσανε και τους αγαπήσανε. Όταν έμαθαν ότι πέθανε ο άνθρωπος που τους ευεργέτησε, ο Τίτος, δεν ήρθαν. Εν τω μεταξύ είχε ανοιχθεί και ο αυτοκινητόδρομος που συνέδεε την Βιάννο με Ηράκλειο και το εμπόριο πλέον από τα νοτερά μεταφέρθηκε στα βορινά. Αλλά και τα κάρβουνα δεν είχαν την τόση μεγάλη ζήτηση που είχαν παλιά.
Η Δήμητρα, η θυγατέρα του Τίτο, ήταν υπάλληλος στην Νομαρχία Ηρακλείου. Παντρεύτηκε τον Κακαβά τον προϊστάμενό της. Θέλοντας να τιμήσει την μνήμη, του πατέρα της, έκτισε με τον άντρα της ένα ξωκκλήσι στο γιαλό στο Καστρί, αφιερωμένο στον Άγιο Τίτο.
Τα χρόνια περάσανε, εκείνες οι γενιές έφυγαν αλλά τα έργα έμειναν. Βουβοί μάρτυρες στέκουν ακόμη οι Μαγατζέδες στην γυρογιαλιά του Κερατόκαμπου και του Καστριού που θυμίζουν εκείνη την παλιά εποχή.
*Από το βιβλίο του Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη με τίτλο "Λαμπρόσκολα", που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
*Η Φωτογραφία του Γεωργίου Παπαμαστοράκη "Γερουλάνου" προέρχεται από το Φωτογραφικό Αρχείο του Μανώλη Σπανάκη
