Νυν και αεί επίκαιρες σκέψεις
Είχαν παρέλθει 5 χρόνια από το ξημέρωμα εκείνου του αποκρουστικού για μένα Γεναριάτικου πρωινού του 2016, τότε που ένα πέπλο θλίψης απλώθηκε στη Βιάννο και τα χωριά της.
Ο Μανώλης Αγαπάκης, ο ηλεκτρολόγος, έκλεινε για πάντα τα μάτια του… Τότε λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα έγραψα:
«Χρονομετρήσεις του πένθους…
Η σχέση μου με τη χρονομέτρηση είναι εντελώς συμβατική. Χρησιμοποιώ τα χρονόμετρα, ίσα για να μπορώ να συνεννοούμαι με τα υπόλοιπα έλλογα του κόσμου μας. Ποτέ δεν μέτρησα το χρόνο, με το πόσο απέχω από τον θάνατο. Αυτές είναι βοσκηματώδεις λογικές…
Χρονομετρώ με γνώμονα τις χαρές και τα πένθη μου. Ό,τι με γλυκαίνει κι ό,τι με πικραίνει. Δεν συναρτάται ο χρόνος με τον θάνατο. Όσο φόβητρο είναι ο θάνατος, άλλο τόσο είναι κι η ζωή. Ίσως δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά πεθαίνουμε πολλές φορές στη ζωή μας.
Αυτοί οι μικροί θάνατοι, αθροιστικά, είναι ενίοτε οδυνηρότεροι από την αναπόδραστη οριστική μας φυγή. Χαρές και πένθη είναι η ζωή μας. Παρήλθαν ήδη, 365 μερόνυκτα, αφότου μίσεψε βιαστικά, ένας δικός μου άνθρωπος. Μοιραστήκαμε πείνες και κακουχίες, κοιμηθήκαμε «μ’ αγκάθια προσκεφάλι», ζήσαμε πολλούς «μικρούς θανάτους», αλλά μοιράσαμε και πολλούς ενεστώτες γλεντιού και ξεφάντωσης που διέλυαν τ’ αγιάζι των παρατατικών και των παρακείμενων της στέρησης και της κακοπέρασής μας.
Το επαναλαμβάνω, πως, μετρώ το χρόνο μου με χαρές και πένθη. Μόνο όταν τον μετράς με τέτοια σταθμά, αντιλαμβάνεσαι την ασύλληπτα μεγάλη του ταχύτητα αλλά και την ασημαντότητά σου. Έτσι λοιπόν, παρήλθαν σαν αστραπή, αυτά τα 365 μερόνυχτα χωρίς την φυσική παρουσία του Μανώλη Αγαπάκη».
…Αυτά έγραφα τότε, τον Γενάρη του 2017. Σ’ αυτά τα 365 ημερονύκτια προστίθενται άλλα 1462 ημερονύκτια και δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον ποιητικό λόγο του Σεφέρη: «Τη μνήμη, όπου κι αν την αγγίξεις πονεί…»… Σε λίγο θα ’ρθει η άνοιξη. Ο Αγαπάκης θα είναι εκεί! Γιατί αυτός είχε τη δύναμη να μετατρέπει τις καθημερινές σε Πασχαλιάτικες γιορτές. Κι ύστερα θα ακολουθήσει το καλοκαίρι: Ο Αγαπάκης θα είναι εκεί! Στους ατέλειωτους σουαρέδες και στα ραβαΐσια, στα γλέντια και στις καντάδες! Μα κι σαν το φθινόπωρο κιτρινίσει τις ορέξεις μας, αυτός θα είναι εκεί, αειθαλής κι ακούραστος, να τρομάζει τον επερχόμενο χειμώνα. Εν τέλει, ο Αγαπάκης δεν είναι μόνο του «νυν», αλλά και του αεί… Ας πονεί η μνήμη… Εμείς, όχι μόνο θα την αγγίζουμε, αλλά θα την στύβουμε και θα ρουφούμε τους χυμούς της…
Αυτές οι ρουφηξιές είναι η ντόπα για να διαχειριστούμε την ένδεια και τη συννεφιά των εποχών μας…