Η ζούγκλα των ανθρώπων...
Μια συγχωριανή ρώτησε κάποτε τον πατέρα μου: «Ίντα λίπασμα βάζεις στις ελιές σου και έχουν τέτοια απόδοση»; Κι εκείνος, με προκλητική ειλικρίνεια απάντησε μ’ ένα χρησμό: «Ν’ αφήνεις τον άνδρα σου να έρχεται στο καφενείο, για να μαθαίνει»!
Πράγματι, ο συγκεκριμένος άνδρας δεν είχε πάει ποτέ του σε κάποιο από τα πάρα πολλά καφενεία της Άνω Βιάννου! Το καφενείο, ως εφεύρημα, δεν προήλθε εξ’ ουρανού, αλλά είναι δημιούργημα της αδήριτης κοινωνικής ανάγκης, που λέγεται συν-ύπαρξη και συν-εύρεση. Είναι οι ίδιες ανάγκες που εδημιούργησαν τους οικισμούς και τα χωριά, συνακόλουθα και τις πόλεις.
Μετά τα χωριά οι άνθρωποι εφηύραν κοινούς τόπους συνεύρεσης, γιατί, εκεί συνομιλούσαν για τα προβλήματά τους, τις χαρές και τις πίκρες τους. Ειδικότερα στα χωριά, το καφενείο ήταν (και παραμένει) ο κατεξοχήν χώρος συνάντησης των χωριανών, ο χώρος που θα μάθεις τα νέα. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε η εφημερίδα και το περιοδικό, εκεί το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.
Σ’ αυτούς τους χώρους συγχρωτίζονταν ο δάσκαλος με τον αγρότη, ο καθηγητής με τον κτίστη και τον μαραγκό, ο γιατρός με τον σοβατζή και τον καλαθοπλέκτη και ο δικηγόρος με το σωμαρά και τον κτηνοτρόφο. Σ’ αυτούς τους χώρους γινόταν η κοινωνική διδασκαλία, δηλαδή, εμάνθανε ο νέος να σέβεται τον παλιό, όπως επίσης και να μην τσιγκουνεύεται. Αυτός που καθόταν στο καφενείο, είχε την ιερή υποχρέωση να κεράσει αυτόν που ερχόταν, έχοντας ως μπούσουλα την αρχή: «Σήμερα κερνώ εγώ, αύριο είναι η σειρά σου…». Στο καφενείο μάθαινες την κολιτσίνα και την ξερή, τη δηλωτή, την πρέφα και το τάβλι.
Εκεί κοινωνούσες από την ευστροφία και τις ατάκες κάποιων χαρισματικών ανθρώπων του χωριού σου, και χαιρόσουν τα… ευφυέστατα πειράγματά τους. Στο καφενείο του χωριού ερχόταν ο Καραγκιοζοπαίχτης, εκεί οι θεατρίνοι και οι σινεματζήδες άλλων χρόνων. Το καφενείο, με άλλα λόγια, ήταν χώρος πολιτισμού. Η κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, η οποία, ως έχουμε διατυπώσει πλειστάκις, πρωτίστως είναι κρίση αξιακή, δεν άφησε αλώβητο και το καφενείο. Οι παλαιότεροι ενθυμούμαστε τα καφενεία άλλων χρόνων και άρα, μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις.
Οι καφετζήδες ξυπνούσαν από τα μαύρα χαράματα για να προσφέρουν τον πρωινό καφέ στους νυχτοξυπνημένους αγρότες, στους εργάτες και στους υπαλλήλους. Ποιος από τους παλιότερους Βιαννίτες δεν θυμάται την Αναστασία Τριγωνάκη και τον Χαρίλαο Πετράκη, επί χρόνια στο μετερίζι των καφενείων τους, να ξυπνούν τα μαύρα χαράματα; Ποιος δεν θυμάται τον Απόστολο Ψαρολογάκη, τον Ηλία και τη Γαλάτεια; Δεν θα αναφερθώ σε όλους τους παλιούς καφετζήδες, γιατί κάποιους θα ξεχάσω και δεν είναι σωστό. Αυτό όμως που μετά βεβαιότητας μπορώ να ισχυριστώ είναι ότι τα παλιά καφενεία είχαν μια άλλη ποιότητα, γιατί άλλη ήταν η ποιότητα και των θαμώνων τους.
Τα χρόνια εκείνα, δεν εννοείτο να μην διαθέτει τουλάχιστον δύο εφημερίδες το καφενείο. Για του λόγου το αληθές, θα αναφερθώ στον Γιώργη Μπριντάκη, του οποίου το καφενείο, που ήταν στη συνοικία Σωρός, της Άνω Βιάννου, άνοιγε μόνο τις βραδινές ώρες. Ο αξέχαστος λοιπόν Γιώργης, περνούσε από τον Χρήστο Χουδετσανάκη, προκειμένου να αγοράσει την εφημερίδα, την οποία περίμεναν αγωνιωδώς οι θαμώνες του καφενείου του, ώστε να ενημερωθούν για την επικαιρότητα. Το ίδιο έκανε και ο Γιώργος Μεταξάκης στην Πλάκα της Βιάννου, όπως και ο Χαρίδημος Γουρνιεζάκης στο Λουτράκι.
Το σήμερα, δυστυχώς δεν είναι ενθαρρυντικό. Το καφενείο έχασε την αίγλη του. Οι άνθρωποι δεν κουβεντιάζουν όπως πρώτα, αφού η τηλεόραση δεν… επιτρέπει διαλόγους! Πώς μπορείς να ανταλλάξεις κουβέντα, όταν «από βαθέος πρωίας έως νυχτός», έχεις τους διάφορους «Αυτιάδες» να σου μαυρίζουν την καρδιά; Η νεολαία, προτιμά άλλα στέκια, αλλά και όταν οι νέοι μας βρεθούν στο καφενείο, περισσότερο ασχολούνται με τα… κινητά τους.
Λυπάμαι που δεν μπορώ να είμαι αισιόδοξος, αλλά η κρίση είναι πολυεπίπεδη. Ασφαλώς είναι ουτοπία να θέλει κάποιος να ζει σε συνθήκες του ’60. Η σημερινή πραγματικότητα όμως είναι απογοητευτική, αφού οι άνθρωποι μαντρώνονται, όπως πολύ… παλιά, στα σπίτια και στη μοναξιά τους…