Η σοφία της γιαγιάς
Αναπόφευκτη η αναφορά σε προσωπικά βιώματα, μέσα από τα οποία ανακύπτουν χρησιμότατα συμπεράσματα. Η γιαγιά μου έφερε το αρχαιελληνικότατο όνομα «Πηνελόπη».
Πανέμορφο όνομα, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να κληροδοτήσει σε κανένα από τα εγγόνια της. Βλέπετε, η ανδροκρατούμενη κοινωνία δεν αντέχει τέτοιες παρεκβάσεις.
Η γιαγιά η Πηνελόπη λοιπόν, είχε ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ίσως και γι’ αυτό να γέννησε τέσσερις κόρες…
Όταν ήμουν μικρό παιδί, τα χρόνια ήταν δίσεκτα και μίζερα. Φτώχειες, ανέχειες, κακουχίες και εν γένει όλα τα συνεπακόλουθα του καταστροφικού πολέμου και της κατοχής. Οι γονείς μου, άνθρωποι φτωχοί, νύχτα έφευγαν και νύχτα γυρνούσαν από τα χωράφια. Λιομάζωμα, οργώματα, θερισμοί και περβολικά, από γιαλό σ’ αόρι, δεν τους άφηναν να χαρούν μήτε τις μεγάλες σκόλες. Τα καλοκαίρια μας έσερναν μαζί τους. Το σωμάρι του γαιδάρου γινόταν κούνια κι οι καβαλίνες… σοκολάτες…
Τους χειμώνες όμως, πού να κουβαλήσεις τρία κουτσούβελα στις βροχές και στην παγωνιά; Έτσι, το ρόλο του διαπαιδαγωγού αναλάμβανε η γιαγιά και εν προκειμένω η γιαγιά η Πηνελόπη, η οποία είχε μια γλυκύτατη φωνή. Δεν ήταν όμως μόνο η γλυκύτητα της φωνής της εντυπωσιακή, αλλά και η θεατρικότητα στο τρόπο που μας τραγουδούσε. Αν το τραγούδι είχε επαναστατικές αναφορές, η φωνή της γινόταν εμβατηριακή και τραχιά, ενώ αν ήταν κάποια μπαλάντα, οι νότες κυμάτιζαν με φωνητική γλυκύτητα απαλά και τρυφερά. Όταν δηλαδή μου τραγουδούσε το «σαράντα παλικάρια» θυμάμαι πως στο «πού πάτε παλικάρια, πού πάτε ωρέ παιδιά, πάμε για να πατήσομε την Τροπολιτσά», η φωνή της λες και ερχόταν από το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου! Αντίθετα, όταν τραγουδούσε το «Μενούση» είχε μια παθιάρικη γλύκα που σε καθήλωνε και σε γοήτευε. Θα μπορούσα να γράφω ώρες για την γιαγιά την Πηνελόπη, που είχε μεγάλη αδυναμία στις γλυκασιές και τα ξαρέσκια. Στο πι και φι αρμάτωνε το τηγάνι της και, στο άψε σβήσε, είχε τις μυζηθρόπιτες ή τις τηγανίτες έτοιμες πασπαλισμένες με μπόλικη ζάχαρη!
Τις μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής, η οκά με το λάδι πηγαινοερχόταν συχνά στο μπακάλικο του Πολύβιου, έναντι ολίγων δραμιών πεντανόστιμου «χελιβά». Έτσι έλεγε η Πηνελόπη τον χαλβά. Δυστυχώς, η γιαγιά έφυγε το Γενάρη του ’64 για να την ακολουθήσει τρεις μήνες αργότερα ο παππούς ο Δημητρός. Μου κόστισε πάρα πολύ ο θάνατός τους, γιατί πέρασα κοντά τους όμορφες στιγμές. Ο παππούς και η γιαγιά είχαν μια ιδιαίτερη στοργικότητα στα εγγόνια τους, που οι γονείς, δεν την έχουν πάντα. Πέραν όμως της στοργής και της αγάπης, ο παππούς και η γιαγιά, είναι οι καλύτεροι διδάχοι. Η πείρα της ζωής, τους καθιστά σοφούς και τη σοφία αυτή την μεταδίδουν με τρόπο ιδιαίτερα πειστικό στα εγγόνια τους. Οι Κινέζοι λένε πως «όταν δεν έχεις στο σπίτι σου γέροντα πρέπει να αγοράζεις». Δυστυχώς, οι νεοέλληνες πετάξαμε στα αζήτητα τους παππούδες και τις γιαγιάδες, πετώντας ταυτόχρονα στα σκουπίδια τη σοφία και τη στοργή τους. Θέσαμε υπεράνω τη βολή μας και αναθέσαμε το γεροντοκόμισμά τους στις Βουλγάρες και τις Ουκρανέζες.
Μ’ αυτά και με τούτα σε λίγο θα ξεχάσουμε τα δικά μας παραμύθια, τα παραδοσιακά μας ήθη και έθιμα και τα παιδιά μας θα μεγαλώνουν έχοντας ως ήρωες την Μπάρμπι, τη Ντόρα, την Χέλλοου Κίτυ, την Πέππα, τον Σούπερμαν και τον Σπάιντερμαν. Θα μαθαίνουν τα ίδια παραμύθια με τα Αμερικανάκια και τα Εγγλεζάκια, που σε καμιά περίπτωση δεν έχουν σχέση με τις παραδόσεις μας. Εν τέλει, αυτό είναι η παγκοσμιοποίηση. Μια απόλυτη ισοπέδωση. Αυτοί που κατεργάζονται αυτή τη λαίλαπα μας θέλουν χωρίς ταυτότητα, χωρίς την ντοπιολαλιά μας, χωρίς τη σπιρτάδα μας, χωρίς το πνεύμα μας. Νομιστεράκια του κερατά, πειραματόζωα, άβουλους και μοιραίους. Στο άθλιο αυτό παιγνίδι η τηλεόραση παίζει πρωτεύοντα ρόλο, όπως βέβαια πρωτεύοντα ρόλο παίζει και το διαδίκτυο και τα κινητά τηλέφωνα, τα οποία υποκατέστησαν τις δια ζώσης ανθρώπινες σχέσεις, με μηνύματα και… λάικ…
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ηχώ της Βιάννου", τον Μάρτιο του 2009
Φωτογραφία: Wobert Woj