Εύθυμες-αληθινές ιστορίες*
Πρόσφερε τις παραϊατρικές του γνώσεις για αρκετά χρόνια σε όλους τους Βιαννίτες και όχι μόνο. Ένας τύπος με βαθιά αίσθηση του χιούμορ σε όλες τις αποχρώσεις. Αναπόσπαστο μέλος στις μεταπολεμικές παρέες μέχρι τον πρόωρο χαμό του. Στην Αγία Μονή με το γιατρό το Βαγγέλη, την Καθαρή Δευτέρα, στις ανεπανάληπτες χοροεσπερίδες στις 15 Αυγούστου, στις πολυήμερες καντάδες με το Μανόλη του Παπαγιάννη, στην πιάτσα με το καθημερινό «Δελτίο γέλιου».
Τι να γράψεις τώρα για το Μιχάλη το Νοσοκόμο ή Κουσκούση, που μπορούσε μόνος του να γεμίσει ολόκληρη σατιρική εφημερίδα. Αυτός που ήταν ένα με το χιούμορ κι εκεί όπου δεν υπήρχε, το δημιουργούσε. Το δημιουργούσε και σκέπαζε μερικές φορές τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη.
Είναι η εποχή που ο χείμαρρος του χωριού,
«ο Σκατουλιάς», χρησιμοποιείται ακόμα ως μαζικό αποχωρητήριο. Ο Διαβόλης ανακουφίζεται σε κάποια γωνιά, όταν δέχεται την επίθεση ενός αιμοβόρου πετεινού. Τα γεννητικά του όργανα είναι ολοματωβούρωτα και ο Διαβόλης δεν μπορεί να κρύψει το ατύχημα. Η Διαβόλαινα τρέχει στον υγειονομικό σταθμό και σε λίγο καταφτάνει ο Νοσοκόμος με το γνωστό τσαντάκι. Η περίπτωση μάλλον δεν είναι ανησυχητική, αλλά ο Νοσοκόμος, βλέποντας ότι υπάρχει «ψωμί» για ανέκδοτο, δε χάνει την ευκαιρία. Τελειώνει υποτίθεται την εξέταση και με περισπούδαστο ύφος, γράφει μια λίστα φάρμακα.

Η Διαβόλαινα που είναι ανήσυχη, αλλά δεν μπορεί να ξέρει πού το πάει ο Μιχάλης, τον ακολουθεί μέχρι την εξώπορτα και τον ξεπροβοδίζει. Από κει και πέρα όλα παίζονται. Και η Διαβόλαινα είχε τη δύναμη να πετάξει την τρομερή ατάκα και ο Νοσοκόμος, στην περίπτωση που εκείνη δεν το ’κανε, είχε την έμπνευση, το ταμπεραμέντο ή το δαιμόνιο να της βάλλει στο στόμα με αριστοφανική μαεστρία αυτό που συνέλαβε εκείνη την ώρα η φαντασία του.
Λίγο πριν δρασκελίσει, λοιπόν, ο Νοσοκόμος το κατώφλι, η Διαβόλαινα τον κόβει ανήσυχη αλλά και αποφασισμένη:
–Μπρε συ, Μιχάλη, αν(ε) καταλαβαίνεις πως θα κάνει σαν και πρώτα τη «δουλειά» (ν)του να του τα πάρω (τα φάρμακα δηλαδή), αλλιώς να τον(ε) παραιτήσω να πάει στο γέρο (ν)το διάολο, τόλμησε να του πει με τη χαρακτηριστική ένρινη προφορά της.
Ο Νοσοκόμος δεν έχασε την ευκαιρία και την ίδια ώρα το ρηθέν της Διαβόλαινας είχε γίνει πρωτοσέλιδο κι έκανε το γύρο του χωριού…
*Από το βιβλίο του Κλεάνθη Ψαρολογάκη «Το δικαστήριο κηρύσσει άπαντας ενόχους».
Η κεντρική φωτογραφία είναι από το αρχείο του Μανώλη Σπανάκη. Η κανταδόρικη παρέα έχει ξημερωθεί και συνεχίζει…
Δεξιά, ο Μιχάλης Γουρνιεζάκης (Νοσοκόμος).
Από αριστερά: Σήφης Περβολαράκης, Μύρος Κουτρουμπάκης, Λευτέρης Μαστρογιωργάκης και Δημήτρης Παπαματθαιάκης (Σκαρβελάς). Κάτω ο Γιώργος Κατσαράκης.