Έως της συντελείας του αιώνος*
Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας
Δεν συμβαίνει μόνο με πολλούς ανθρώπους, που γι’ αλλού κινούν κι αλλού τούς πάει η ζωή, με τις ανάγκες και τις προτεραιότητές της, τις αντίρροπες δυνάμεις της, τα στενεμένα όριά της. Συμβαίνει και με αρκετές λέξεις, που κι αυτές αρχίζουν τον βίο τους εξοπλισμένες με νόημα άλλο από το νόημα που αποκτούν με τον καιρό, το οποίο επιβάλλεται τελικά, υποβαθμίζοντας ή εκτοπίζοντας το αρχικό.
Παιδιά των ανθρώπων είναι οι λέξεις. Παιδιά του χρόνου και της κοινωνίας, των επικοινωνιακών αναγκών και των λογοτεχνικών επιζητήσεων. Γι’ αυτό και αλλάζουν μένοντας φαινομενικά ίδιες· κι άλλες γερνούν και θνήσκουν, άλλες ανανεώνονται και επιβιώνουν, και κάποιες μένουν αλώβητες. Δεν είναι άχρονα δωρήματα των ουράνιων θεών στο ένα ή το άλλο αυτοανακηρυσσόμενο «περιούσιο έθνος», στη μία ή την άλλη κατά φαντασίαν «θεοπροστάτευτη φυλή». Μπορεί κάμποσα έθνη και φυλές (και η δική μας) να τρέφουν τέτοιες ανιστορικές ή μάλλον αντιιστορικές αυταπάτες, η επιστήμη όμως, η ίδια η ανθρώπινη εμπειρία, δεν υποχρεούται να τις προσυπογράψει ούτε να μοιράσει πρωτεία και δευτερεία «γλωσσικής ιερότητας». Γλώσσες εξ επιφοιτήσεως δεν υπάρχουν, ούτε γλώσσες ιερές και ανίερες. Την όποια ιερότητά τους την οφείλουν στο γεγονός ότι μιλιούνται (και κατόπιν γράφονται) από ανθρώπινα πλήθη, που φτιάχνουν μ’ αυτές τα τραγούδια τους, και μ’ αυτές συνεννοούνται, χτίζοντας την κοινότητά τους, ερωτεύονται, μαλώνουν, ξαναφιλιώνουν.
Στην περίπτωση πάντως της ελληνικής, και εις πείσμα των καπήλων και των μυθολόγων της, που τη θέλουν ουρανοκατέβατα «θεία», με πεντέξι εκατομμύρια λήμματα στην περιουσία της, «τη μοναδική νοηματική», «τη μοναδική που καταλαβαίνουν τα κομπιούτερ» κτλ., η γλωσσική μορφή στην οποία συντάχθηκαν ορισμένα από τα λεγόμενα ιερά κείμενα (η Βίβλος για τους πολύ περισσότερους, τους χριστιανούς, οι ορφικοί και οι ομηρικοί ύμνοι για κάποιους λίγους, δωδεκαθεϊστές), και ακριβώς επειδή δεν είναι αμέσως και μαζικώς κατανοητή, έχει προικοδοτήσει την κοινολεκτούμενη με σημασίες που επικράτησαν παρότι προέκυψαν από οφθαλμοφανή παρανόηση.
Το «ζωή χαρισάμενη» αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, γι’ αυτό άλλωστε έχει επισημανθεί κατ’ επανάληψη. Όταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούμε το «Χριστός ανέστη», μάλλον το ευρύτερα γνωστό και πιο αγαπημένο τροπάριο, η ψυχή μας είναι (ή υποτίθεται πως είναι) ορθάνοιχτη στην ευφροσύνη, την αγάπη, τη χαρά. Ενστικτωδώς λοιπόν, όταν ψέλνουμε το «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», συνδέουμε τη μετοχή «χαρισάμενος» με τη χαρά και το «χαίρομαι», όχι με το «χαρίζω». Ζωή χαρισάμενη, το ξέρουμε, μ’ αυτή την έννοια το χρησιμοποιούμε μιλώντας και γράφοντας, είναι η χαρούμενη ζωή. Όχι η χαρισμένη από τον Ιησού.
Επίδραση της εκκλησιαστικής γλώσσας ανιχνεύεται και στη μεταλλαγή της σημασίας της αρχαιότατης λέξης «συντέλεια» και στη σταδιακή (και πλέον οριστική) ταύτισή της με αρνητικά νοήματα, και μάλιστα εσχατολογικά. Μετά την ανάσταση του Χριστού, οι έντεκα μαθητές φεύγουν στη Γαλιλαία, όπου τους συναντά ο αναστάς και τους δίνει την τελευταία εντολή του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», διαβάζουμε στο τέλος του κατά Ματθαίον ευαγγελίου. «Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». «Κι εγώ θα είμαι μαζί σας ώς τη συντέλεια του κόσμου», έτσι αποδίδει το χωρίο η αρμόδια επιτροπή της Βιβλικής Εταιρίας, επιλέγοντας ν’ αφήσει αμετάφραστη τη «συντέλεια» και να δώσει το νόημα του «κόσμου» στον «αιώνα». Προτιμά δηλαδή να αποδώσει τα συμφραζόμενα, μένοντας έτσι πιο κοντά στα πράγματα παρά στα γράμματα, μια και το «αιών» σήμαινε τον χρόνο (ή μια μακρά περίοδό του), την ανθρώπινη ζωή, την αιωνιότητα, όχι τον κόσμο.
«Παιδιά των ανθρώπων είναι οι λέξεις. Παιδιά του χρόνου και της κοινωνίας, των επικοινωνιακών αναγκών και των λογοτεχνικών επιζητήσεων. Γι’ αυτό και αλλάζουν μένοντας φαινομενικά ίδιες· κι άλλες γερνούν και θνήσκουν, άλλες ανανεώνονται και επιβιώνουν, και κάποιες μένουν αλώβητες. Δεν είναι άχρονα δωρήματα των ουράνιων θεών στο ένα ή το άλλο αυτοανακηρυσσόμενο «περιούσιο έθνος».
Την κοσμοχαλασιά δηλώνει λοιπόν η συντέλεια, και μ’ αυτό το μαύρο και σκοτεινό νόημα λεξικογραφείται. Άλλα σήμαινε όμως ο όρος μια φορά κι έναν καιρό. Παραθέτω από το Μέγα Λεξικό Δημητράκου: «1. το από κοινού τελείν, κοινώς διδομένη χρηματική συνεισφορά υπέρ των δημοσίων αναγκών, φόρος κοινός. […] 3. εν Αθήναις σώμα συγκείμενον εκ πολιτών, οίτινες από κοινού συνεισέφερον εις εξοπλισμόν πλοίου προς υπηρεσίαν της πολιτείας, εκαλούντο δε συντελείς και απετέλουν μέρος της συμμορίας». Ιδού και η «συμμορία», με ριζικά αντεστραμμένο κι αυτή το νόημά της, επί τα χείρω. Κάποτε ονόμαζε «εκάστην των φορολογουμένων ομάδων εις ας ήσαν διηρημένοι οι ευπορώτατοι Αθηναίοι» ή τη συντροφιά, την παρέα. Και τώρα δηλώνει την ομάδα κακοποιών και τίποτ’ άλλο. «Γλωσσικός λαϊκισμός» θα αναφωνούσε κάποιος, παρατηρώντας τη νοηματική διολίσθηση που κατέστησε τον «ευπορώτατο» συνώνυμο του κακοποιού.
Στο Λεξικό Δημητράκου η σημασία της «συντέλειας» ως κοσμοχαλασιάς («συνεκδοχικά επί μεγάλης τρικυμίας, θυέλλης, όμβρου κττ.») είναι η έβδομη από τις δέκα της λέξης. Στα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής, ο όρος λημματογραφείται με την έννοια της καταστροφής που έχει στην κοινή μεταφορική χρήση του επί ακραίων καιρικών φαινομένων ή όταν δίνονται τραγικές διαστάσεις σε κάποιο δυσάρεστο γεγονός.
Η συντελειολογία, η εσχατολογία με αποκλειστικά σκοτεινό νόημα, του αφανισμού των πάντων, δεν έπαψε ποτέ να έχει τους καλλιεργητές και τους προφήτες της. Και τους πελάτες της βέβαια, όσους λατρεύουν ν’ ακούνε τραγικές ειδήσεις, όσους εντείνουν την προσοχή τους μόνο στα μαύρα μαντάτα. Ο Νοστράδαμος διατηρεί ακέραιη την αίγλη του, ενώ ιδιαίτερα στην ελληνική αγορά διακινούνται αενάως προμαντέματα (αυθεντικά ή πλαστά) του Αγαθάγγελου, του Κοσμά του Αιτωλού και πλειάδας γερόντων και γεροντισσών. Κι αυτό ταυτόχρονα με το λιανικό εμπόριο «οιωνών» και «σημαδιών» – μια εικόνα που κλαίει ή ματώνει, ένα σύννεφο με τη μορφή της Παναγίας ή του Σταυρού κτλ.
Τον 21ο αιώνα ο πλανήτης μας εξαφανίστηκε από προσώπου σύμπαντος μια ντουζίνα φορές. Πρώτη φορά καταστράφηκε στις 21.12.2012, ώρα 13.13. Θα καταστρεφόταν δηλαδή, αλλά ευτυχώς η προαναγγελία κινδύνου που βασίστηκε σε ημερολόγιο των Μάγια έπεσε έξω. Το 2015 η συντέλεια θα γινόταν τον Σεπτέμβριο και κατόπιν τον Δεκέμβριο. Το 2016 τον Απρίλιο και εκ νέου τον Ιούλιο. Το 2017 καυχιέται για τρεις ασυντέλεστες συντέλειες: 21 Αυγούστου, 23 Σεπτεμβρίου, 19 Νοεμβρίου. Ηταν να έρθει ο Νιμπίρου τότε, ο καταστροφεύς «δέκατος πλανήτης» των Σουμερίων, πλην ο αγενής δεν πήγε στο ραντεβού του με τη Γη. Και πέρασε ακινδύνως και η έκτη έκτου του 2022, που είχε επίσης προσδιοριστεί ως Ημέρα του Τέλους.
Κι είμαστε ακόμα εδώ. Και μετράμε τις εξαιρετικά σοβαρές προειδοποιήσεις Αποκάλυψης που στέλνουν οι επιστήμονες πια, όχι οι επιπόλαιοι συνωμοσιολόγοι. Από την κλιματική κρίση, τα πυρηνικά, την τεχνητή νοημοσύνη. Συνεχίζουμε λοιπόν την άλλη Κυριακή.
*Έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Καθημερινή