Αποκριάς αναστορήματα
Ένα ακόμη αριστουργηματικό ποιητικό αφήγημα μας δώρισε ο καλός φίλος, γνωστός-γνωστότατος οδοντίατρος Αλέξανδρος Κατσαπρακάκης που μας θυμίζει τα αποκριάτικα γιορτάσια παλαιϊνών εποχών, τότε που οι άνθρωποι ήμασταν πιο κοντά, τότε που τα έθιμα εδράζονταν στον αυτοσχεδιασμό και την ευρηματικότητα.
«Κάθε που έρχεται η γιορτή κάθε που μπαίνει σκόλη
ο άταχτος κ’ αντάρτης νους γλακά στα περασμένα
κι αναθυβάλει θύμησες πούσανε λουπασμένες.
Ίντα του λείπει και γλακά σε χρόνους περασμένους,
για δε καλοπορεύγεται όπου βρεθεί και λάχει;
Ίντα γυρεύγει στα παλιά ίντα ποθεί και ψάχνει;
Τη στέρηση, τσι κακουχιές, τσι στράτες, τσι κρυγιότες;
Μήπως με θέλει να φορώ ρούχα καβαλιασμένα;
Κοντό μπα θέλει να γλακώ ξυπόλητος στσ’ αγκάθες
γή στα κοπράνια στσι κορφές στα όρη και στα πλάγια;
Τι ’ναι που βρίσκει στα παλιά λημέρια και λουπάσει;
Μπας και σιχάθηκε να ζει με έγνοιες και σκοτούρες;
Μπας και τονέ φαρμάκωσε η απονιά του κόσμου;
Γή μήπως τσι βαρέθηκε του διπλανού τσ’ αγάπες,
απού ξυπνά την ταχινή με χίλιες καλημέρες
και δείχνει και τ’ αντόδια του πούνε καλοπλυμένα …
και μ’ ένα αχνό χαμόγελο κάνει την ανθρωπιά ντου.
Γιατί δεν είναι τσι καρδιάς η συμπεριφορά μας,
μόνο ’ναι του συμφέροντος τα καταστέματά μας.
Πού ’ναι οι χρόνοι οι παλιοί κι η άδολη αγάπη,
απού ’χανε στη γειτονιά όλοι καημό μεγάλο,
πότε να ξημερώσει ο Θιός να δούνε ο γεις τον άλλο.
Απού πηγαίναν σ'τσι χαρές, σ'τσι γάμους, στα βαφτίσα
οι γείτονες κι οι χωριανοί κι είχαν χαρά περίσσα.
Κι όσοι πηγαίναν να βρεθούν σ’ ενούς νεκρού το ξόδι,
κλαίγανε γιατί είχανε κι αυτοί μεγάλο πόνο.
Στη λύπη όλοι κλαίγανε και στη χαρά γελούσαν
κι ο γεις τ’ αλλού τα θάρρητα είχαν και προχωρούσαν.
Κι αυτά και τ’ άλλα αναζητά ο νούς και λαχταρά τα,
γι’ αυτό και βρίχνεται συχνά σ’ παλιού καιρού τη στράτα.
Κατακοντίς τση Αποκράς π’ ανοίγει το Τριώδι
θεριεύγει ο νους και τζοπατεί πίσω ξεπεταρίζει.
Σιργουλευτά παρακαλώ να κάτσομεν ομάδι
και τσι παλιές τσι θύμησες να βάλομε σε τάξη.
Κι εδά που τον εσύβασα κατάστιχο αρχίζω,
που τα ’ζησε ας τα θυμηθεί κι απού δεν ξέρει ας μάθει.
Στο μισεμό του Γεναριού στο έμπα του Φλεβάρη,
εφούντονε η λαχτάρα μας οι Αποκρές να φτάξουν.
Να ξεχιονίσουν τα βουνά, να πάψουν οι αντάρες,
να λιγοστέψουν οι νυχτιές και να παχύνει η μέρα,
που το γνωρίζομε καλά πως τούτα τα σημάδια,
στο άνε - άνε φέρνουν τζι τσι πιο καλές ημέρες.
Συργουλευτά παρακαλώ την ακριβή μου μάνα
να με βοηθήσει να ντυθώ την Αποκρά μασκάρα.
Και κείνη, όπως κάθε μια, παιδιού ποτέ χατίρι
δεν το χαλά σαν το μπορεί, ετσά κι η γεδική μου.
Μα πως να κάνει μπορετή την πεθυμιά μου εμένα;
Κοντό ’χαμε τα σύνεργα γή ’χαμε τσ’ ευκολίες;
Κι ήντα παιδί μου να ντυθείς και πως να σε ποσάσω;
Κοντό μπαν ήθελα ντυθώ Ζορό γή μαϊμούνι,
διάολος, καλικάντζαρος, Εμίρης γή Βεζίρης;
Γή μπαλαρίνα γή Άραβας ντα πούντα τα προσόντα;
Το τι μπορούσα να ντυθώ το κάτεχα ο ίδιος.
Γή Κρητικός γή μια γριά, γή μια κοπελοπούλα
Γή διακονιάρης γή βοσκός γή κάποιος στρατιώτης.
Αυτά ’σανε τα μέτρα μας κι οι δυνατότητές μας.
Του Κρητικού τη φορεσά θαρρώ πως προτιμώ τη
και ψάξε μάνα να τη βρεις τη φορεσά ετούτη.
Φέρνει μου και τα σύνεργα ψαλίδια σακοράφες
και τα μεϊτανογέλεκα κάνει τερτίπι να ’βρει.
Με το μολύβι στο χαρτί τη μάσκα σημαδεύγω
και με το κουροψάλιδο πιτήδεια τη συγκόβγω.
και δίδω όψη στο χαρτί του μασκαρά προσώπου.
Με το σβημένο κάρβουνο τα φρύδια ζωγραφίζω,
Μαλλιά, μουστάκια, τσίνορα, και τρύπες στα ρουθούνια.
Με ντυσιμάτου το χαρτί που ’ταν η μπλάβη κόλα
στρουφίζω βολικό χωνί και σάζω το καούκι
και του κρεμώ στην κορυφή να γέρνει όθεν τα πίσω
φούντα φαδιού κατάμαυρη σαν του Καραϊσκάκη.
Φορώ μεϊτανογέλεκα και βράκες και στιβάνια,
κόκκινη ζώνη κρουσωτή στη μέση μου ορδινιάζω.
Ντύνομαι και κορδώνομαι σ'τσι εφτά ουρανούς αγγίζω
κι είν’ η χαρά μου μπόλικη που γοργογίνηκα άντρας.
και τζοπατώ κι αναπηδώ μέχρι τα μεσοδόκια
και με τη διχαλόβέργα πιο πάνω από το μπόϊ
ατζιριτώ και δε πατώ στο χώμα, στο σπαθί μου
μύγια να μη μου κάθεται και να τσι φοβερίζω,
μικρούς μεγάλους, θηλυκές και μπεσαλήδες άντρες.
Να γείρω τα παράστρατα, τα σπίτια, τα ντουκιάνια
και τα κοπέλια του χωριού όλα να ψιλιαστούνε,
να κάνουνε συντάλαχο γύρω από τη μασκάρα,
να θένε να με πιάσουνε να με ξεμασκαρώσουν.
Και όλα να τα κυνηγώ κι όλα να τα ξετρέχω,
να τα ξορίζω από τη μια να ’ρχονται απού την άλλη
κι απάνω στο συντάλαχο κι απάνω στο κυνήγι,
να πέσει η χαχαλόβεργα να σκύψω να την πιάσω.
Κι απάνω στο κουρκούβισμα να λύνει το ζωνάρι,
να πιάνω να ανεσακιαστώ, να χαμηλώνει η βράκα,
να πασπατεύγω να τη βρω στα σκοτεινά την άκρα,
να ’χω την έγνοια μη γραθεί και μη τηνε γαργιώσω,
τσι μάνας τη παραγγελιά, τον εδικό μου λόγο,
μην τύχει και τον παραβγώ, ο Θιός να μη το κάμει,
να μούρχεται να τρεζαθώ από την αγωνία.
Θέ μου και ίντα να γενώ κι ίντα βουλή δα δώσω;
Ίντα να ψάχνω πια μπροστά τη ζώνη γή τη βράκα;
Μα η ζώνη ξετυλίχτηκε κι η βράκα πήε κάτω,
η μάσκα μου ξεσκίστηκε, τα μούτρα μου εφανήκαν
κι όλο το τσούρμο ήρχιξε γιουχαϊτό και γέλιο.
Μα ’πρεπε να νεντρανιστώ, τα κλάματα μη βάλω.
Κι αρχίζω γέλιο δυνατό με τα μικρά κοπέλια.
Ξεφτίστηκε κι ο λόγος μου πάει και τ’ αντριλίκι
και πέφτω σε συλλογισμό για τ’ άλλο το σεφέρι.
Και σαν την ξημερώσει ο Θιός τσι Αποκράς τη μέρα,
όλοι μας τση συντρέμομε τση Μας να μαγερέψει.
Άλλος τα ξύλα κουβαλεί κι άλλος τα συνταιργιάζει
στην παρασιά κι άφτει φωτιά ο γέρος που νογάται.
Εγώ κρατώ τον πετεινό να τονε κόψει η μάνα
που ’χενε για τη μέρα αυτή από παλιά νετάξει.
Ε τον παντέρμο τσι τσιμπιές που μου ’χενε δοσμένες
σαν έριχνα το τάϊσμα στων ορνιθώ τ’ ασκέρι.
Εδά καλά εμέρωσες καλά σε κατασταίνω
και σαν αποκριάς φαΐ φτάνεις με και χορταίνω.
Άλλος τσιτώνει ξεκρεμά απού την καμινάδα
Ένα κομμάτι καπνιστό ρέστο των Χριστογέννω.
Τσικάλι πατινιότικο κι ο πετεινός να βράζει
στη σίτα του το καπνιστό και στη φωτιά βαρμένο,
να καίγεται το λαδερό στα κάρβουνα να στάσει
κι η τσίκνα του ν’ απλώνεται το σπίτι να μυρίζει
και το ξυλίκι κι ο σοφράς σε οργασμό και κείνα
να και οι σαρικόπιτες με την ξυνή μυζήθρα.
Και ’γω μικρός να κουβαλώ να τηγανίζει η μάνα
κι η μυρωδιά κι η τσίκνα ντως να γαργαλούν τ’ αρθούνια.
Και παίρνω μια στα χέρια μου κεντά και παραιτώ τη,
να δοκιμάσω μια μπουκιά να μου κοπεί η λιγούρα.
- Δεν τρων τσι πίτες μάτια μου πριν ποτηγανιστούνε
γιατί το θένε τότεσάς διπλάσιο το λάδι.
Μεγάλος το κατάλαβα πως στόχος ήταν άλλος,
να κάτσομε όλοι μαζί στο γιορτινό τραπέζι,
για δεν αρτέβγει το φαΐ όσο πολύ κι αν είναι,
μουδ’ οι πολλοί χορταίνουνε τσι λίγους δεν τσι φτάνει.
Βραστό κριάς του πετεινού, ξυνόχοντρος γή σούπα,
το καπνιστό στα κάρβουνα και πίτες με μυζήθρα,
κρασί και σίτινο ψωμί να τσ’ αποκράς το δείπνο.
Και όπου νάναι έρχεται να μαζωχτεί το σόι,
Θείες, μπαρμπάδες, σύντεκνοι κι ανήψια και γειτόνοι,
να συναχτούνε σήμερα που το καλεί η μέρα.
Παίξε μωρέ ένα καμπανό στου Καρκαβατσογιάννη
νάρθει κι αυτός που δε μπορεί κι είναι κι αμοναχός του,
να κάτσει στην παρέα μας κι όλοι σας το κατέτε,
πως των εννιά το φαητό νικά τσι και τσι δέκα.
Να κάτσομε γυρού - γυρού αντικριστά στο τζάκι
και στ’ όνομά ντου του Θεού κι εβίβα κι άσπρο πάτο,
χιλιοκαλοσορίσματα και άντε και του χρόνου,
καλή - καλή σαρακοστή με το καλό στο Πάσχα.
Τσι Αποκράς οι λιπαριές και του κρασού η γεύση,
είναι που δίνουν νόημα στη σημερνή τη μέρα.
Οι σαγονιές αλέθουνε, λαδώνονται πηγούνια,
κούτελα ψιλοδρώνουνε, κι οι μύτες κοκκινίζουν.
Και σαν αδειάσει ο κιασές και φτάξουν στη φτερούγα
κι απής την ξετσαπίσουνε ξαμώνουνε το γιάντες.
Ποιός θέλει να το παίξουμε μα να 'ν' και ξεχασάρης,
να γελαστεί ν’ αρχίξομε γιουχαητό και πλάκα.
Κι απής σολαϊστεί η κοιλιά κι απής ποκομιστούνε
και τω νεκρώ συγχωρεμό και του Θεού θυμούνται.
Κι ο αμανές και ο χορός να δίνουν και να παίρνουν,
το φαγοπότι κι οι ευχές μέχρι το μεσονύχτι.
Και φεύγουν και καληνυχτούν κι αύριο με υγεία,
σ' όλους καλή σαρακοστή καλώς να ' ρθει το Πάσχα.
Φεύγουν και δεν ξεστρώνουνε τ' αποψινό τραπέζι,
γιατί ποτέ τσι Αποκράς τραπέζι δε σηκώνουν».
Η φωτογραφία είναι από το Φωτογραφικό Αρχείο του Μανώλη Σπανάκη. Απόκριες στη Βιάννο της δεκαετίας του '50. Από αριστερά Μανώλης Γουρνιεζάκης (Κατσοπρίνης), Γιάννης Παπαδημητράκης (Χαρκιάς), Ελένη Λουλάκη, Γιώργης Παπαδημητράκης (Χαρκιάς) και Μιχάλης Ραπτάκης (Γιαννιού). Στο βιολί ο Μιχάλης Κουσκουμπεκάκης και στο μαντολίνο ο Γιάννης Μπιτσακάκης.

Ο Αλέξανδρος Κατσαπρακάκης
