Ανθρωποι, αριθμοί και ηθική υπεροχή
Οι τελευταίες εβδομάδες δεν έθεσαν μόνο την οικονομική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δοκιμασία – ένα πρόβλημα που όπως φαίνεται βρήκε ακόμα μια φορά μια τυπικά ευρωπαϊκή συμβιβαστική λύση – αλλά και την ηθική αλληλοεκτίμηση των λαών και των κυβερνήσεών της.
Αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, προσπάθησαν, η κάθε μία με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να αναχαιτίσουν το πρώτο κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού θέτοντας την κοινωνική και οικονομική ζωή τους σε ένα είδος «κορώνειας νάρκης». Η Ελλάδα, ανήκει στον κύκλο εκείνων των χωρών που αυτή η νάρκη είναι σχετικά βαθιά αλλά όπως φαίνεται και ιδιαίτερα αποτελεσματική (πιο αποτελεσματική από χώρες με παρόμοια ή και πιο σκληρή στρατηγική, αλλά αισθητά μικρότερη επιτυχία, όπως π.χ. η Πορτογαλία). Αυτό, δίνει στην Ελλάδα πολύτιμο χρόνο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της στην υγεία, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα τις επερχόμενες απειλές από τον νέο κορωνοϊό μέχρι να βρεθεί μια αποτελεσματική θεραπεία ή ένα δραστικό εμβόλιο.
Το οικονομικό τίμημα αυτής της προσπάθειας θα είναι, όπως γνωρίζουμε όλοι, βαρύ. Βαρύ είναι ήδη το τίμημα σε ψυχική ενέργεια, ιδιαίτερα σήμερα, που απαιτείται να υπομείνουμε όλοι τον περιορισμό και να αντισταθούμε στους πειρασμούς της άνοιξης, το κάλεσμα των ηθών και εθίμων μας, αλλά και αυτού που πολλοί θεωρούν ως ηθική και θρησκευτική τους υποχρέωση. Στην Ελλάδα της υπερδεκαετούς κρίσης, η μεγάλη πρόκληση θα είναι φυσικά και να αντισταθούμε στην έγνοια που μας κατακτά εν όψει μιας ακόμα περιόδου οικονομικής δυσπραγίας.
Η πλειοψηφία των κατοίκων της Ελλάδας, αποδέχτηκε τους περιορισμούς της «κορώνειας νάρκης» και τους εφαρμόζει με αξιοσημείωτη ευσυνειδησία. Αυτό όμως έδωσε την αφορμή να καλλιεργηθεί μια στάση που επικαλείται ένα είδος «ηθικής υπεροχής» του ελληνικού λαού και της πολιτική ηγεσίας της χώρας απέναντι σε χώρες και λαούς της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακολούθησαν, τουλάχιστον κατά τις πρώτες φάσεις της πανδημίας, μια όχι τόσο αυστηρή περιοριστική πολιτική σε ό,τι αφορά την κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων τους.
Όμως αυτό που επικρατεί σήμερα στην συλλογική μνήμη τουλάχιστον του ελληνικού συστήματος μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, που παλιά ονομαζόταν «κοινή γνώμη», είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες και οι λαοί αυτών των χωρών έχουν μια πιο σχετικιστική άποψη για την αξία της ανθρώπινης ζωής και λιγότερους ενδοιασμούς να την αντιπαραβάλουν με μεσο- και μακροπρόθεσμες οικονομικές, δημοσιονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι οι «καλβινιστές» και «προτεστάντες» βόρειοι (κυρίως Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί και Βρετανοί), είχαν λιγότερους ενδοιασμούς να συνυπολογίσουν στις προσπάθειες αντιμετώπισης της πανδημίας και έναν αριθμό νεκρών, όχι ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα, αλλά ως μέρος των ίδιων των μέτρων. Με άλλα λόγια στα συλλογικά μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης παρουσιάστηκε η εικόνα μιας οικειοθελούς θυσίας ενός μέρους του πληθυσμού ως τίμημα για να σωθεί όχι μόνο ο υπόλοιπος πληθυσμός αλλά και η οικονομική και κοινωνική συνοχή αυτών των χωρών. Σε αντιπαραβολή εξυμνήθηκε από μερικούς το υψηλό αίσθημα αλληλεγγύης του ελληνικού λαού που δεν αφήνει κανένα αβοήθητο και θυσιάζει αγόγγυστα ακόμα και το προσωπικό οικονομικό του όφελος προκειμένου να συμβάλλει στην διάσωση όσο το δυνατόν περισσότερων ζωών χωρίς καμιά διάκριση.
Όμως ισχύει αυτή η τόσο αυστηρή διάκριση ανάμεσα στους «ωφελιμιστές» βόρειους και τους «αλτρουιστές» νότιους στην Ευρώπη; Μια πιο νηφάλια ματιά στην όλη κατάσταση θα δείξει ότι αυτή η διαφορά δεν υφίσταται καν. Σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα και η επιθυμία του ογδοντάχρονου να ζήσει μια μέρα περισσότερο δεν αντιπαραβάλλεται με το δικαίωμα και την επιθυμία του τριαντάχρονου να γίνει ογδόντα ετών. Πουθενά στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει κρατικός, δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που να λειτουργεί με γνώμονα το «αξιοδιαβίωτο» μιας ανθρώπινης ζωής. Παντού στην Ευρώπη όλοι φτάνουν και καμιά φορά ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων τους, προκειμένου να σώσουν μια ανθρώπινη ζωή ή να της χαρίσουν ακόμα μερικές ανάσες.
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ακόμα και η «αλτρουιστική» στάση, περιέχει στοιχεία ωφελιμιστικής συμπεριφοράς. Στην διάρκεια της αυστηρής καραντίνας, η (μικρή) π.χ. Ελλάδα περιμένει να μάθει από την εμπειρία των άλλων τα βέλτιστα πρωτόκολλα στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, τις βέλτιστες θεραπευτικές αγωγές με υπάρχοντα φάρμακα, αλλά και περιμένει τα νέα φάρμακα ή εμβόλια που θα ανακαλύψουν κατά πάσα πιθανότητα επιστήμονες σε χώρες που δοκιμάζονται σκληρά και μαθαίνουν (και) από τις αποτυχίες τους.
Επίσης, μια πιο κοντινή ματιά στην συμπεριφορά των «αλτρουιστών» νότιων Ελλήνων (και φυσικά όχι μόνο αυτών, παρόμοια φαινόμενα απειθαρχίας και ατομικισμού παρατηρούμε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά και του υπόλοιπου κόσμου) μας δείχνει ότι η ηθική τους υπεροχή έχει δυστυχώς ακόμα αδύνατες ρίζες. Αλλιώς δεν θα υπήρχε η ανάγκη ένας υφυπουργός εντεταλμένος με την οργάνωση της κοινωνικής άμυνας απέναντι στην πανδημία να συμπεριφέρεται ως ποιμενικός σκύλος που καθοδηγεί ένα κοπάδι αλαφιασμένα πρόβατα στο μαντρί προσπαθώντας να τα σώσει από τους λύκους.
Το κύριο ζητούμενο, και η πραγματικότητα, είναι πως τόσο η «ωφελιμιστική» όσο και η «αλτρουιστική» στρατηγική, οφείλουν να έχουν (και, ως πρόθεση, έχουν) ως μακροπρόθεσμο στόχο την υγεία και την ευημερία των πολιτών τους. Η υγεία των πολιτών εξαρτάται από την αποτελεσματική προστασία από όλα τα νοσήματα: καρδιαγγειακά, καρκίνους, διαβήτη, γρίπη, κτλ. Η επιτυχία μιας υποθετικής στρατηγικής μακρόχρονων περιορισμών, εγκλεισμού, άγχους, και μειωμένης πρόσβασης σε άλλες υπηρεσίες υγείας που θα κράταγε τα θύματα του κορωνοϊού σε κάτω από π.χ. 100, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί αν η μελλοντική στατιστική αποτίμηση μας έδειχνε έστω και μόνο μια μικρή αύξηση, π.χ. 5%, στους θανάτους από καρκίνο το πνεύμονα που ίσως καθυστερήσει η διάγνωση τους και θεραπεία τους, και θα ήταν πάνω από 250 άτομα.
Παρόλο που η διαφορά στις πολιτικές των ηγεσιών των διαφόρων κρατών είναι εμφανής, όλες φαίνεται να έχουν ευρεία αποδοχή από τους διαφορετικούς λαούς. Η απάντηση στο γιατί η «βόρεια» επιλογή που φαίνεται αδιανόητη στο νότο, φαίνεται να είναι αποδεκτή στον βορρά, δεν είναι απλή. Έχει όμως να κάνει με μια στάση που έχει τις ρίζες της – όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό – στην αριστοτελική και στην στωική ηθική. Είναι μια στάση απέναντι στην ζωή και στον θάνατο που αποδέχεται ότι το ευ ζην, η ευδαιμονία, μπορεί να εμπεριέχει και την ιδέα ενός «πρόωρου» θανάτου, πρόωρου σε σχέση με μια επιμήκυνση της ζωής με τεχνικά μέσα που θα είχε όμως ως συνέπεια την απώλεια της αυτονομίας και ίσως και της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου. Έκφραση της στάσης αυτής είναι η εκούσια αποχώρηση από την ζωή πολλών ηλικιωμένων που πάσχουν από εκφυλιστικές ασθένειες, αλλά και η «εντολή» που δίνουν πολλοί να μην επιμηκυνθεί η ζωή τους με τεχνικά μέσα σε περίπτωση ενός βαρέως ιατρικού επεισοδίου (εγκεφαλικό, καρδιακό). Στην εποχή του κορωνοϊού, η στάση αυτή εκφράζεται και με την εντολή αρκετών – όχι όλων – ηλικιωμένων, να μην εισαχθούν για διασωλήνωση στο νοσοκομείο, αλλά να αφήσουν ήρεμα την τελευταία τους πνοή στο σπίτι τους με την απλή παροχή οξυγόνου, χωρίς να υποφέρουν. Ας μην ξεχνάμε, πως ο «καλός» ή «ευκλεής θάνατος» του Ομηρικού Έκτορα, αντιπαραβάλλεται με τον αφύσικο και οδυνηρό θάνατο που αποδίδεται ως "κῆρ", ενώ το "καλώς θανεΐν" της Αντιγόνης είναι μια διαχρονική αξία που μάθαμε να υποτιμούμε.
Τόσο η «στωική» όσο και η «αλτρουιστική» στρατηγική είναι κατά την γνώμη μας εξίσου συμβατές με την ευρύτερη έννοια του ανθρωπισμού: αναζητούμε τις βέλτιστες λύσεις για όλους με βάση τη λογική, την ενσυναίσθηση, το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, και με την αξία της ανθρώπινης ζωής αλλά και με την αξιοπρέπεια ενός «καλού» θανάτου, ως αδιαπραγμάτευτες αξίες.
*Μια συνεργασία με το Νίκο Ψαρρό, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας.
Tο κείμενο αυτό διαφέρει λίγο από το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ και είναι συντομότερο κατά περίπου 50%.