Άνθρωπε-Απάνθρωπε
Από που θα τη ξεκινήσω τουτηνέ τη γραφτή κουβέντα, δε γατέχω. Κι έχω ανάγκη αδερφέ μου να σου τη κάμω. Για ν' αλαφρώσω την ψυχή μου, που πολλά "βαρά" τηνε γροικώ τουτεσές τσι μέρες.
Φιλαράκια μου καλά είναι τ' αδέρφια ο Μιχάλης κι ο Γιώργης... Και μια μέρα κάνει ο Γιώργης του Μιχάλη που 'ναι πλιά μεγάλος:
-"Μιχάλη... Θα πάρω ματοσακό"!
Κι ο Μιχάλης... -"Γιάντα Γιωργιό; Σπάσιμο θέλει η κεφαλή σου;"
Η δική μου κεφαλή θέλει σπάσιμο! Γιατί έχει μέσα τη σκέψη κι όλο με βασανίζει! Κι όποιος βρεθεί να μου τη σπάσει, χάρη θα μου κάμει και θ' αγιάσει κιόλας! Να σου πω το γιάντα! Εδά και δυό τρεις μέρες, είναι που μου το 'πε ο καλός μου φίλος και συνεργάτης ο Βασίλης.
-"Ήκουσες το με τη Τζανάκαινα;"
-«Όϊ. Ίντα γίνικε»;
-«Ήπεσε η κακομοίρα κι ήσπασε τη λεκάνη τση. Και τάξε πως δε τη φτάνανε οι πόνοι τση, τση κλέψανε και το «Τουγιοτάκι» απ’ όξω από το σπίτι τση! Μόνο που, ευτυχώς, το βρήκανε μετά δυο-τρεις μέρες, στα Πεζά παραιτημένο».
Ο ουρανός ήπεσε και με πλάκωσε. Ανάθεμα τη ράτσα σου, άθρωπε, Απάθρωπε!!! Τοσονά μωρέ; Τη θεία τη Γιαννούλα εβρήκες; Κατέχεις μωρέ ίντα ήκαμες; Μιαν εκκλησιά εγκρέμισες! Κάτσε να σου πω, να νιώσεις σκιάς τύψεις. (Αν έχεις ακόμη ένα ψυχάλι αθρωπιάς πομεινάρικο μέσα σου)…
-«Έ θεία Γιαννούλα», ( τηνέ ρώτηξα μια φορά) θυμάσαι τονε το κύρη σου»;
Κι εκείνη...
-«Μα ίντα λες εκειά Γιώργη; Πέντε μηνώ νύφη ήτονε η μάνα μου, όντεν τονέ σκοτώσανε οι Γερμανοί! Από που ’θελα τονέ θυμούμαι; Από τη κοιλιά τση μέσα»; Γιάννη τον ελέγανε... Έξε ή εφτά μήνες μετά, εγεννήθηκε η θεία η Γιαννούλα... Τιμής ένεκεν στη μνήμη του τση δώσανε τ’ όνομά του. (Και δεν ήτανε μοναχή τση τοτεσάς... Δέκα κοπέλια είχανε τ’ όνομα του κυρού ντως μετά τσ’ εκτελέσεις! «Νικολής του Νικολάου», «Πολυχρόνης του Πολυχρονίου», «Αριστομένης του Αριστομένους», «Πέτρος του Πέτρου» κι άλλοι...) -
«Πε μου μπρε θεία. Ίντα θυμάσαι από τοτεσάς;», την ερώτηξα μια άλλη φορά).
-«Ε ίντα να σου πω παιδί μου... Πως ήκοβε η μάνα μου το ψωμί έξε κομμάθια και με τάιζε ένα κομμάτι τη μέρα»;
Θες να σου πω κι άλλα; Μαζί με το κύρη τση, στην ίδια σειρά εσκοτώσανε και το παππού τση. Και βάλε με το νου σου: Σ’ ένα σπίτι η γιαγιά κι η μάνα τση χηράδες του χωριού μου κι εκείνη μωρό κοπέλι θηλυκό, να πολεμά ν’ ανεθραφεί! Με την ορφάνια, την πείνα, το μαύρο ρούχο τού πένθους να τση κλουθούνε στο κάθε ζάλο τζη. Και τα κατάφερε! Κι ανεθράφηκε και παντρεύτηκε και δυο θυγατέρες ήκαμε και τσι σπούδαξε και πολύτιμους αθρώπους τσι ’δωκε στη κοινωνία του τόπου μου.
Και πρόσεξε άθρωπε Απάθρωπε: Ο μπάρμπα Χαραλάμπης, ο άντρας τση, από νωρίς τον είχε ο καρκίνος ξορισμένο στο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό! Στο δημοτικό σκολειό οι δυο τση θυγατέρες ακόμη κι εκείνες στη ορφάνια. Πέντε γυναίκες σ’ ένα σπίτι μόνο με το πόνο συντροφιά! Καταλαβαίνεις άθρωπε Απάθρωπε; (Ο μπάρμπα Χαραλάμπης (ο άντρας τση) ήτονε ένας από τσι μετρημένους στα δαχτύλια τση μιας χέρας τοτεσάς που είχανε αμάξι. Και ποτέ δεν τονε θυμούμαι, όσο τονέ γνώρισα, να μην εξυπηρετεί τσι χωριανούς!
Και να ’χει και τσι ρουφιάνους να του πέμπουνε κάθε λίγο και λιγάκι την αστυνομία να τονέ γράφει. Ετουτανά του βγάλανε το ξορκισμένο)… Ποτέ τση ούτε κείνη, ούτε το σπίτι τση επροδώσανε την αξιοπρέπεια και την αθρωπιά του αθρώπου. Κι όσο αγάπουνα τη μάνα μου, το ίδιο την αγαπώ κι εκείνη. Και δε σου κρύβω ότι για μένα είναι η ηρωίδα μου.
Και πας άθρωπε Απάθρωπε και τση κλέφτεις το «Τουγιοτάκι»; Αγώνα μωρέ ήκανε να το πάρει! Και για 40 χρόνια ήτανε το κομμάτι που την εκράθειε στη ζωή!
Κι ίντα δε θυμούμαι...
Μα... Άφησε με να ηρεμήσω μιαολιά κι άλλη ώρα θα σου πω κι άλλα για τουτηνά την Αγία γυναίκα...
Ανάθεμά σε άθρωπε Απάθρωπε!!!!