Ξένος αυτός, ξένος κι εγώ.
Μόλις επιστρέψαμε στο κονάκι μας από την Αρχαία Ελεύθερνα και ο νους μου μοιάζει του καντηλιού τσ' εκκλησάς, όπου στον πάτο είναι καθάριο νερό και στο απανοφανέρωμα λαμπυρίζει το λιόλαδο, που βαστά αναμένο το φτύλι μπροστά στο άγιο κόνισμα.
Στο αρχοντικό του φίλου μας Κώστα Παρασύρη ήμασταν καλεστικοί , για να μεταλάβουμε φιλοξενία, αγάπη και μπιστοσύνη, με τα παιδόγγονα του και τα ποδέλοιπα κλαδιά του δεντρού του τιμημένου σογιού του.
Πολλά κλωθογυρίζουνε στο νου μου που παλεύγουνε να πορίσουνε όξο και να μεταλλαχτούνε σε λέξεις και αγαπησάρικους στεναγμούς.
Παλεύω να τα κουλαντρίσω σέρνοντας τα χαλινάρια της πεθυμιάς, γιατί ένα συναίστημα με κάνει να πλαντώ και δίνει αγκωνιές σ' 'ολα τ' άλλα συναιστήματα, σε μια μάχη να πρωτοπορίσει όξω.
Αμολέρνω το να πορίσει πρώτο, για να μπορέσω ν' ανασάνω για να μη κρουφτώ.
Στο τραπέζι των αρχόντων, ανάμεσα σε μένα και στον οικοδεσπότη Κώστα Παρασύρη, έκατσε ο Αλί.
Ξενάκι είναι ο Αλί.
Πακιστανός στην καταγωγή και στη ρότα της μοίρας του.
Χρόνια στη δούλεψη του Κώστα Παρασύρη, μα και μόνιμος κάτοικος στην πιο ζεστή γωνιά της αγκαλιάς αυτής της οικογένειας.
Πολλή ώρα καθότανε ο Αλί δίπλα μου, με σταυρωμένα τα χέρια του και μ' ένα μήχανο χαμόγελο να 'ναι ζωγραφισμένο στα χείλια του.
Ήτανε φανερό πως ο ξένος, φοβότανε τον ξένο.
Ξένος αυτός, ξένος κι εγώ.
Εντάκαρα να του μιλώ για την πατρίδα του και για την κοπελιά του που τον περιμένει να πάει να την παντρευτεί, κατά που μου μολόησε ο Κώστας.
''Μη φοβάσαι, ξένος είμαι κι εγώ, όλοι ξένοι είμαστε'' του 'πα.
''Κι άμα δεν μονιάσουμε και δεν αγαπηθούμε όλοι οι ξένοι, αλίμονο μας'' πρόσθεσα.
Με ξάνοιξε ο Αλί μέσα στα μάθια.
Μήτε συλλαβή δε μου 'πε.
Μόνο, ξαφνικά, έγυρε τη κεφαλή του και την ακούμπησε στον ώμο μου.
Εκείνη τη στιγμή που εσμίξανε οι κεφαλές μας, αιστάνθηκα να ξεχύνεται από την κεφαλή του Αλί ένα θεόρατο κύμα πόνου, πίκρας, παράπονου, ελπίδας και ονείρων και να μπαίνει στη μεσοκάμαρα της δικής μου κεφαλής.
Μα για να χωρέσει ετούτο το θεόρατο κύμα εντός μου, αναγκάστηκε το τσερβέλο μου να αδειάσει ένα μεγάλο μέρος του, βγάζοντας όξω ένα εξίσου θεόρατο κύμα αγάπης, που εμπήκε στα εντός του Αλί.
Λίγα δευτερόλεπτα εκράτησε το κεφαλοσμίξιμο μας, μα ήσανε αρκετά για να αιστανθώ το ψυχοταρακούνημα που εθάρουνα πως έκανε ολόκληρο το σπίτι να σειέται.
Ετούτο το συναίστημα ήθελα ν' αφήσω να πορίσει πρώτο, μετά την επιστροφή μας στη Ρογδιά από την Αρχαία Ελεύθερνα, για να μη πλαντάξω.
Για όλα τ' άλλα, της αποψινής μεταλάβωσης, έχομε καιρό να τα πούμε.

Κείμενο: Στρατάκης Μιχάλης