Υπέρτατη δικαιοσύνη ή υπέρτατη αδικία;
Summum jus, summa injuria, λέει ένα λατινικό ρητό. Όταν δηλαδή, εφαρμόζουμε τη δικαιοσύνη με άκρατη λεπτολογία, τότε προκύπτει η απόλυτη αδικία. Πάμε και σ’ ένα άλλο γνωμικό του Αμερικανού συγγραφέα, William Gaddis: «Δικαιοσύνη; Θα βρεις δικαιοσύνη στον άλλο κόσμο. Σ’ αυτή τη ζωή έχουμε μόνο νόμους». Θα μπορούσαμε να πούμε κι άλλα που να ταιριάζουν «γάντι» στη περίπτωση της δύσμοιρης καθαρίστριας που «μόλυνε» την αγγελική μας κοινωνία. Κράτος και Δικαιοσύνη εξάντλησαν την αυστηρότητά τους και φυλάκισαν μια γυναίκα του μόχθου, τη στιγμή που άλλες υποθέσεις, και με αποδεδειγμένες τεράστιες ζημίες για το Δημόσιο εκκρεμούν.
Για την ιστορία, η 53χρονη γυναίκα κρίθηκε ένοχη για απάτη σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κρατείτο στις φυλακές της Θήβας διότι, άλλαξε από Ε’ σε ΣΤ’, πριν από 18 χρόνια το απολυτήριο του Δημοτικού ώστε να προσληφθεί σε παιδικό σταθμό στο Βόλο. Σημειωτέον ότι, η κατηγορούμενη είχε μεγαλώσει μέσα σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Είχε κάνει αυτήν την πράξη, όπως είχε αναφερθεί, για να συντηρήσει την οικογένειά της, που το είχε μεγάλη ανάγκη. Να σημειωθεί επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια πρόσφερε τις υπηρεσίες της στο Δημόσιο. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε ανακοίνωση της ανέφερε χαρακτηριστικά για την εν λόγω περίπτωση: «Ο διορισμός στο Δημόσιο με πλαστά ή ανακριβή πιστοποιητικά, ακόμα και ενός φτωχού ανθρώπου, ακόμα και σε θέση καθαρίστριας, είναι απολύτως λογικό να τιμωρείται. Αλλά τόσο ο ποινικός νόμος, όσο και ο ποινικός δικαστής, από την απόφαση του οποίου κρίνεται η μοίρα ενός ανθρώπου, οφείλουν να σέβονται σε κάθε περίπτωση την αρχή της αναλογικότητας. Θεμέλιο της τερατώδους ποινής που επιβλήθηκε στην καθαρίστρια φαίνεται πως ήταν η μεγάλη ζημία του Δημοσίου, που το δικαστήριο την εξίσωσε με τους μισθούς δύο δεκαετιών, όσο χρόνο δηλαδή αυτή η γυναίκα καθάριζε παιδικούς σταθμούς».
Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, εφαρμόζεται, πολύ συχνά, ο μετεμφυλιακός νόμος περί καταχραστών του Δημοσίου. Κατακρίνεται επί δεκαετίες, η ποινική θεωρία ομόφωνα ζητά την κατάργησή του, κατά καιρούς οι ηγεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης προσανατολίζονται προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά έως σήμερα τίποτα δεν έχει γίνει, λόγω του φόβου του πολιτικού κόστους, μην τύχει και κατηγορηθεί κανείς ότι χαρίζεται στη διαφθορά. Παρεπιπτόντως, ο συγκεκριμένος νόμος, αν και ισχύει ήδη σχεδόν 70 χρόνια, δεν φαίνεται να έχει λύσει το πρόβλημα της διαφθοράς στην Ελλάδα. Δε νομίζετε; Άρα, η συζήτηση για την αλλαγή του εξαιρετικά αυστηρού και αναχρονιστικού νόμου, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
Είναι από τις περιπτώσεις λοιπόν που αναρωτιέται κανείς αν η Δικαιοσύνη και το δίκαιο ταυτίζονται. Αν θα πρέπει να κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματική κοινωνική αδικία, ή να εφαρμόζει σε όλες τις περιπτώσεις το γράμμα του νόμου χωρίς να εξετάζει -εν προκειμένω- τον αγώνα επιβίωσης ενός φτωχού ανθρώπου.
Κανένα ελαφρυντικό λοιπόν στην αρχική απόφαση του Εφετείου. Θετική η παρέμβαση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου, η οποία μετά τις αντιδράσεις που ξέσπασαν για το θέμα, ζήτησε τα στοιχεία της υπόθεσης ώστε να τα μελετήσει προκειμένου να κινηθούν οι διαδικασίες της αναίρεσης της επίμαχης απόφασης. Έτσι λοιπόν το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας αποφάσισε, έστω και μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής της ενόψει της αναίρεσης που εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο, με τη δικηγόρο της να ζητάει την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης του Εφετείου.
Υ.Γ 1 : Η 53χρονη πρωτόδικα καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη με ανασταλτικό αποτέλεσμα μέχρι την απόφαση του Εφετείου. Σε δεύτερο βαθμό καταδικάστηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη, χωρίς να επιδέχεται αναστολή η ποινή της και έτσι οδηγήθηκε στις φυλακές της Θήβας, μέχρι να δρομολογηθούν οι θετικές εξελίξεις με την αποφυλάκιση της. Το δίκαιο όμως -ευτυχώς- έχει πολύ μεγάλη ισχύ….Ας μη ξεχνάμε όμως ότι μπαίνει μία άνω τελεία στην υπόθεση. Δικαστικά δεν έχει κλείσει, έχει ακόμα δρόμο.
Y.Γ 2: Η καθαρίστρια χάνει τα ένσημα 20 ετών (αν και τόσα χρόνια δούλευε), ενώ δεν της επιτρέπεται να επιστρέψει στην εργασία της.
Υ.Γ 3: Ήταν από τις λίγες περιπτώσεις που η μεγάλη δημοσιότητα την οποία πήρε το θέμα, έκανε καλό!