Χριστούγεννα στο χωριό...
Κατακοντίς, Χριστόγεννα νιώθω σαν το κοπέλι,
και βιάζομαι γερά – γερά οι μέρες να περάσουν,
να κάμω πάψες στο σκολειό να αφήσω τη χαρτέλλα
να βάλλω τσι γαλότσες μου να πιάσω τα σοκάκια,
να σμίξομε στα νοτικά με τ’ άλλα τα κοπέλια,
να ’ναι κρυγιότη δυνατή να βάλλομε γαμπάδες,
του ενούς να τρέχει η μύτη ντου τ’ αλλού να κοκκινίζει,
να κάνομε τα σχέδια τα κάλαντα να πούμε
και σαν ξετουρτουρώσομε και δεν αντέχομε άλλο
στο σπίτι να τρυπώξομε κοντά-κοντά στο τζάκι
να ξεθρακίσω τη φωτιά για να τη ζωηρέψω
να ζωντανέψει η φλόγα τζη και να ξερνά τσι σπίθες,
κι απίτις συνειφέρομε απ’ την πολλή κρυγιότη
ν’ αρχίξομε σιγά – σιγά τσι μπρόβες των καλάντω,
να μας ε ψήσει η Μάνα μου στο τζάκι τηγανίτους,
να φέρει και τη χούμελη να τσι βουτούμε μέσα
κι αφού τη ντερλικώσομε να δώσω πάλι όξω
να τζιριτώ στα σόπατα στα πλάγια και στα ρυάκια
να μου φωνιάζει η Μάνα μου κι εγώ να μη ντιγνέρω
την κουζουλοπαρέα μου να μην τηνέ μολάρω
να φεύγω απού τον ντελιμά και να γλακώ σ’ τσ’ αμάδες
κι ύστερα στον καλόγερο, και πιο μετά στην ψείρα
να ξεγενώ στην κούραση απ’ το πολύ αμπαχλάτζο
κι ως δα μοχλιάζει να συρθώ σιγά – σιγά στο σπίτι
να φάω μια μπουκιά ψωμί και να γλακώ στα ρούχα
να σκεπαστώ από κορφής μπαγκάλια και καρπέτες
ντελόγο να παραδοθώ στου ύπνου τη γλυκάδα
να σηκωθώ την ταχεινή που ’ναι μεγάλη μέρα
παραμονή Χριστόγεννα που σφάζουνε τσι χοίρους
και να ντυθώ γερά-γερά να βάλω το γαμπά μου
και να γλακώ στην παραστιά που ’χουνε βάλει φόκο
ν’ αγγιναριάσει το νερό για να μαδεί ο χοίρος
να παραγγείλει ο Κύρης μου στην παραστιά να κάτσω
και να συμπάλλω τη φωτιά να μην αδυνατίσει
να κάμει γύρο στο χωριό να βρει συντρομητάδες
να βάλουν κάτω το θεριό να μην τους ε-ξεφύγει
να του χυθούνε μερικοί μπρατσογεροδεμένοι
ν’ αντιλλαλεί η γειτονιά ’που τσι μουγκρές του χοίρου
και να χω και την έγνοια μου μην είναι χαλαζάρης
να το ’χω για φυσιολογικό το φονικό ετούτο
και να γυρίζω στο χωριό τσι γειτονιές να πιάνω
να φεύγω από τη μια μουγκρά και να γλακώ στην άλλη
να στέκομαι λουπά- λουπά πίσω από τους άντρες
απού μαδούνε το σφαχτό τσι τρίχες να μαζώνω
να συγκεντρώνω κάμποσες και να γλακώ στου Σήφη.
Να πάρω από τον Κύρη μου με χίλια παρακάλια
τη φούσκα από το χοίρο μας να τηνέ κάμω μπάλα
αφού, τση βρω τον πόρο τζη κι αφού τηνέ φουσκώσω
και αφού τση δέσω το λαιμό μ’ ένα γερό βαστάϊ,
να βγαίνω από πάνω τζη να κάνω ισορροπία
να ’χω την περιέργια ανέ δ’ αντέξει η μπάλα
και να γλυστρώ τ’ ανάσκελα και να κολοκαθίζω
να μου φωνιάζει η Μάνα μου "μωρέ παιδί μου Αλέκο
κοντό δεν το συχαίνεσαι ετουτονά το πράμα;
Απού τη φούσκα που βαστάς κατούργιενε ο χοίρος
και συ μέσα στα χέρια σου τηνέ κωλομακάσεις
και τηνέ φέρνεις που και που οντε δα ξεφουσκώσει
στο στόμα σου και τη φυσάς για να φουσκώσει πάλι";
-"Μπορεί νάναι γρουσούζικο ετούτο το παιχνίδι
μα τα κοπέλια στο χωριό όλα τηνέ κρατούνε
γιατί δεν έχουνε μαθώς καλύτερα παιχνίδια
και συ άμα δεν ήθελες να παίζω τέτοια μπάλα
ας μου ’παιρνες αλήθινή που πήες στο παζάρι".
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΨΥΧΙΚΗ ΗΡΕΜΙΑ ΚΑΙ ΓΑΛΗΝΗ, ΠΛΗΘΩΡΙΚΆ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΟΠΗ!!!

Αλέξανδρος Κατσαπρακάκης
Οδοντίατρος