Του Χάρου
Χάρε, μην έρχεσαι Άνοιξη ψυχές να περμαζώνεις,
μέσα στη δόξα τση Λαμπρής και στο Χριστός Ανέστη
μεσ’ στην ευδιά, στην ξαστεριά, στ’ άθη και τα λουλούδια
στα χελιδόνια, στσι φωλιές, στσι λύρες, στα κουδούνια,
μέσα στην αλλαξοκαιργιά, στ’ άνεμα των ανέμω.
Στάσου να δεις και να χαρείς, κάτσε και κάμε χάζι,
τη φύση που ’χει Ανάσταση, τον κόσμο που ’χει Πάσκα,
τα χώματα που συρριγούν, τσι πέτρες που χορεύουν,
τον κούκο π’ αλαφροπετά, δεντρί δεντρί και πάει
σαν καμπανάρης τση Λαμπρής και γλυκομαντατεύγει
του Μαρταπρίλη τσι χαρές του Μάη τα μπατίκια.
Ρίξε μιαν ήμερη ματιά, και θάμαξε τριγύρω,
τη γης π’ αλλάσει φορεσά, τα γαργιωμένα βγάνει
σαν κόρη δεκοχτώ χρονώ που ξεπενθεί τα μαύρα
και βάνει τ’ ακριβά σκουτιά, τα κεντιστά καλίκια,
τσι καμπλαμάδες, τα φλουργιά, τα ολόχρυσα ντοντίνια
και βγαίνει αλαφροπάτητη αρχόντισσα στη ρούγα
κι όλους σεμνά τσι χαιρετά, σ’ όλους γελά και γνέφει
και κάνει τη ζωή γλυκειά, τα βάσανά ντως μέλι
Κωστής Φραγκούλης