Την εποχή που μάζευαν τα κούκουδα
Tα παλιά χρόνια, οι αγροτιά της Κρήτη, είχε κάποιες κοινές συνήθεις σχεδόν σε όλα! Στον τρόπο που όργωναν, που θέριζαν, που αλώνιζαν, στις γιορτές, στους γάμους κλπ.
Ότι ακριβώς έκανε ο ένας έκαναν και οι υπόλοιποι.
Έτσι γινόταν και στο λιομάζωμα, το οποίο ξεκίναγε τον Οκτώβρη μήνα, και τέλειωνε κοντά, φτάνει η ελιά να μην ήταν πολύ καιρό πεσμένη στο έδαφος.
Τις ελιές εκείνα τα χρόνια πριν ανακαλυφθούν οι λινάτσες και τα σύγχρονα ελαιόπανα, όλες τις μαζεύανε από χάμω με τα χέρια, είτε έπεφταν μόνες με τον αέρα, είτε τίνασσαν τους κλάδους για να πέσουν, είτε τις ράβδιζαν με μακριές ντέμπλε, όπως έκαναν και στα χαρούπια.
Το λιομάζωμα της χονδρολιάς ή φράγκικης ελιάς, γινόταν σε τέσσερα με πέντε στάδια, τα οποία λεγόταν «μαζωξές», ή «μαζωχτά». Έτσι ο κάθε ένας τις ελιές του τις μάζευε σε τρία τέσσερα ή πέντε «μαζωχτά», ανάλογα πάντα την ποσότητα και τα εργατικά χέρια.
Υπήρχε η «καλή βεντέμα», η «μισοβεντέμα», και η «κούφια χρονιά».
Κάθε μαζωχτό είχε και άλλο στυλ μαζέματος, άλλο βαθμό δυσκολίας και κούρασης.Θα αρχίσουμε λοιπόν να αναφέρουμε τις κατηγορίες αυτές αλλά ανάποδα!
Το τελευταίο στάδιο θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν εκείνο που άφηναν τις ελιές να τις μαζέψουν οι φτωχοί και λεγόταν «κοκολόι» ή «ραντολόι». Το προηγούμενο από αυτό στάδιο, καμιά φορά το έλεγαν κι αυτό «κοκολόι» ή «κοκολόγια», εννοώντας τα «τελειώματα» που ήταν να μαζευτούν για να πάρουν το λάδι. Τότε στα κοκολόγια είχε λίγες ελιές, που τις έριχναν κυρίως με μακριές βέργες τις λεγόμενες «ντέμπλες», ή «σούσαν τσι ελιές», δηλαδή κουνούσαν δυνατά τους κλάδους (από το αρχαίο σείω.)
Οι ελιές κι αυτές έβγαζαν καλό λάδι, και ήταν κατάλληλο να κρατήσουν για το σπίτι. Δεν ήταν ιδιαίτερα κουραστικό το τελευταίο μαζωχτό, αφού οι ελιές δεν ήταν τόσες πολλές, και είχαν σαν σύμμαχο τον Ανοιξιάτικο καιρό, που πλέον ήταν ευχάριστος στο μάζεμα!
Τα άλλα δυο προηγούμενα μαζωχτά αφορούσαν την μεγάλη παραγωγή, και είχαν κούραση, γιατί οι ελιές είχαν πέσει σε ποσότητα.
Οι ελιές ήταν « χαμόστρωμα χάμαι» έλεγαν, όταν είχαν πέσει σε μεγάλη ποσότητα.
Είχαν όμως κατά το μάζεμα και κακουχίες με κρύο και βροχές, ή και παγωνιές. Σε αυτά τα δύο μαζωχτά έβγαζαν τις περισσότερες ποσότητες λαδιού, και καμιά φορά δεν τις προλάβαιναν, και οι ελιές σάπιζαν χάμω, ή τις πλάκωνε το χώμα με τη βροχή.
Για ένα διάστημα υπήρχε και μια κακή συνήθεια, κυρίως στους μεγαλοαγρότες, να ρίχνουν τις ελιές μέσα σε πατητήρι, που μέχρι να γεμίσει ,εκείνες που ήταν στον πάτο ήδη μούχλιαζαν, και το λάδι εκείνο δεν ήταν ποιοτικό.
Ακόμα χειρότερο ήταν για κείνος που είχαν δωμάτιο αποθήκης με την τρύπα στο ταβάνι, τον «ανηφορά», που έριχναν από την τρύπα αυτή τις ελιές, μέχρι να γεμίσει το δωμάτιο. Το έκαναν αυτό μεγάλοι ελαιοπαραγωγοί, αλλά σύντομα κατάλαβα το λάθος τους και εγκατέλειψαν αυτές τις μεθόδους.
Το πρώτο - πρώτο όμως μαζωχτό, δεν είχε και πολύ κούραση, ούτε και οι ελιές ήταν τόσες πολλές.
Τον Οκτώβρη αρχές, ήταν η εποχή που ο κόσμος έκανε το πρώτο μαζωχτό, και μάζευε τα λεγόμενα «κούκουδα»!
Σήμερα πολλοί είναι αυτοί, και κυρίως οι νέοι, που δεν ξέρουν τι ακριβώς ήταν αυτά τα κούκουδα.
Στην ουσία ήταν οι ελιές του Αυγούστου, και όσες είχαν πέσει από τον Αύγουστο και μετά! Το λάδι που έβγαινε λεγόταν «κουκουδόλαδο».
Στο κουκουδομάζωμα ο αγρότης η αγρότισσα θα μάθουν τα παιδιά τους καθώς μαζεύουν με τα χέρια από χάμαι, ποιες ελιές είναι τα κούκουδα για να τις ρίχνουν όλες στο καλάθι.
Από τα καλάθια τις έβαζαν στους «φάρδους» (σακιά εποχής), και στο σπίτι τα άδειαζαν σε κόφες για να αερίζονται. «για να μη μουχλιούνε», όπως έλεγαν.
Όταν τελείωναν με τα κούκουδα και γέμιζαν δυο τρείς πέντε κόφες , τότε τις πήγαιναν στην φάμπρικα.
Οι ελιές αυτές του πρώτου μαζωχτού ήταν κυρίως πέντε ειδών.
1. Οι πράσινες ακόμα ελιές του Αυγούστου οι οποίες πλέον είναι τελείως ξερές, με ξυλώδη υφή, και σε ανοιχτό καφέ χρώμα.
2. Ελιές πεσμένες τον Σεπτέμβρη οι οποίες είναι μεν μαύρες ή πράσινες αλλά λεπτές και ζαρωμένες, σε ανοιχτό γκριζωπό χρώμα.
3. Ελιές ξερές από σπασμένους κλάδους περασμένων μηνών.
4. Μαύρες φρέσκες ελιές πεσμένες πρόσφατα τον Οκτώβρη.
5. Πράσινες φρέσκες ελιές πεσμένες πρόσφατα τον Οκτώβρη.
Όλα αυτά βέβαια υπάγονται στην γενική φιλοσοφία, πως : «Από του Άη Λιά, μπαίνει στο λάδι η ελιά», και ως εκ τούτου όλες οι ελιές, ακόμα και πεσμένες από τον Ιούλιο στις 20 και μετά, περιέχουν λάδι, ακόμα και αν είναι πεσμένες από τότε στο έδαφος!

Όλες αυτές οι ελιές λεγόταν γενικά «κούκουδα» και ήταν το «αγουρόλαδο» της εποχής! Το λέγανε αγγουρόλαδο, γατί οι περισσότερες ελιές ήταν ακόμα πράσινες.
Πράγματι, παρόλο που ήταν ελιές πεσμένες ακόμα και από το Καλοκαίρι, εν τούτοις έβγαζαν σχετικά καλό λάδι, το οποίο συνήθως κράταγαν για το φαγητό, γιατί είχε μια ιδιαίτερη πικρή φρουτώδη γεύση!
Ήταν λάδι ελαφρύ, αφού δεν υπήρχαν καθόλου σάπιες ελιές, όπως θα γινόταν σε επόμενα μαζωχτά.
Κάποιοι μάλιστα μάζευαν τα κούκουδα ακόμα και στο τρύγος!
Με τα πρώτα μελτέμια του Αυγούστου, έσπαγαν μεγάλοι κάδοι φορτωμένοι με ελιές, και εν καιρό τρύγου, οπότε πολλοί μάζευαν τις πράσινες ακόμα ελιές αυτές, τις έβαζαν σε ξύλινα τελάρα, και τις έβαζαν κι αυτές για άλεσμα μαζί με τα υπόλοιπα κούκουδα του Οκτώβρη.
Όλα τα παιδιά είχαν μια εύλογη απορία, σε τι θα εξυπηρετούσε να μαζέψουν μια εντελώς ξερή ελιά, που και να την στύψεις λάδι δεν θα βγάλει! Όμως η απάντηση των γονιών ήταν η εξής:
-Παιδί μου, μη βλέπεις που είναι ξερή η ελιά, όμως όταν θα πάει στην φάμπρικα, θα μπει σε ζεστό νερό, θα μαλακώσει, και όταν αλεστεί, και αυτή το λάδι της θα το βγάζει κανονικά!
Ή έλεγαν: «Και η ξερή ή σουφρωμένη ελιά, το λάδι τζη το έχει»!
Σαν σήμερα θυμάμαι τα λόγια αυτά, που πάντα μου έμοιαζε σαν ένα μικρό θαύμα της φύσης, να μπορεί να βγάζει όχι μονάχα λάδι μια ξερή ελιά, αλλά και να είναι και ιδιαίτερα νόστιμο και εύγευστο, σαν το χαρούπι που είναι πιο νόστιμο όταν το «ψήσει» ο ήλιος και δεχτεί βροχή!
Ακόμα θυμάμαι τους παλιούς που έλεγαν πως: «Το λάδι από τα κούκουδα είναι υγιεινό».
Αν και λίγο «πρικιό» όπως έλεγαν, όμως ήταν ιδανικό για να λαδώσουν τα λάχανα!
Κάποτε το λάδι της Κρητικής Φράγκικης ελιάς, δεν το πουλούσαν με οξέα ή γραμμές. Το πουλούσαν σε οκάδες, μετά σε κιλά, και όλα τα λάδια είχαν αξία, εκτός από εκείνα από σάπιες ελιές, όπου πήγαινε για ραφινάρισμα ή για σαπούνι.
Το κακής ποιότητας λάδι αυτό που είχε μια άσχημη μυρωδιά ή τα τρυγόλαδα, τα έπαιρνε ο τρυγάς, ο οποίος γύρναγε με μουλάρι ή γαϊδούρι φορτωμένο με δυο ασκιά, φωνάζοντας στις γειτονιές: «Ο Τρυγάς» ή «Ο Τρυγιδάς»! Έπαιρνε τα τρυγόλαδα «πυρ παρά» (Όσο όσο). Και συνήθως πλήρωνε με σαπούνια.
Την εποχή που υπήρχαν μονάχα φάμπρικες στα χωριά, δεν μπορούσες να πιάσεις εύκολα σειρά πριν περάσουν τουλάχιστον 20 μέρες, και αυτό ήταν και η αιτία που σε πολλά ελαιοπαραγωγικά χωριά, να έχουν ανοίξει πολλές φάμπρικες! Υπήρχαν χωριά όπως η Γαλιά που υπήρχαν 8 φάμπρικες , και όλες εν ενεργεία!
Τα κούκουδα δεν τα μάζευαν παρά μονάχα μετά την πρώτη βροχή, επειδή και οι ελιές μαλάκωναν, αλλά και τα ξερά χόρτα και αγκάθια δεν ενοχλούσαν τα χέρια κατά το μάζεμα.
Εκείνοι όμως που είχαν πολλές ελιές, μπορούσαν να άρχιζαν τα κούκουδα και πριν την πρώτη βροχή.
Με λάδι αντί χρήματος γινόταν κάποτε οι περισσότερες αγορές στον μπακάλη, και μετά τα δημητριακά, μετά τα αυγά και μετά τα όσπρια.
Με το λάδι πάντρευαν τις κόρες οι γονείς, και έχτιζαν σπίτια στους γιούς.
Ο κάθε ένας γέμιζε του πιθαράκι του, και το χρησιμοποιούσε με φειδώ, γιατί οι συνήθεις ποσότητες δεν ήταν μεγάλες εκείνα τα χρόνια. Λάδι απευθείας από το λαδικό, έδιναν στους καλαντάρηδες, λάδι στους περιφερόμενους ζητιάνους, και από το ίδιο λάδι άναβαν και τα καντηλάκι του νεκρού και του αγίου.
Σήμερα σε τεράστιο ποσοστό έχουν αντικατασταθεί οι μεγάλες αιωνόβιες ελιές με ψιλολιές, και ουδείς πλέον μαζεύει κούκουδα από το έδαφος.
Ως εκ τούτου δεν γνωρίζουν και τα παιδιά για τα κούκουδα, τα οποία πλέον ανήκουν κι αυτά μονάχα στα λαογραφικά θέματα, και τους λεξικογράφους
Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης.