"Ο ξένος είναι ιερός"
Εγώ και το χαρτί μου…
Τσι σκέψεις μου, μαζί με τς ανάμνησες μου βάνω πάλι ομπρός μου…
Πολλά μαζώνουντε γύρω μου και φορτώνονε τη ψυχή μου… Το μέσα μου… Το εντός μου ολόκληρο…
Σου χω ξαναλεωμένα, μέσα από τσι γραφτές κουβέντες μου πως, δε θυμούμαι στο μετόχι μας, να περάσει άθρωπος και να φύγει παραπονούμενος….
Οι Αγιασμένοι οι γονέοι μου, τουτονά είχανε παρμένο κληρονομιά από τσι γονέους τως, τουτονά αφήκανε κληρονομιά σ εμάς..
Το σεβασμό στο ξένο…
Την αγάπη στον Άθρωπο…
Και πίστεψε με, δεν ήτανε μόνο οι γονέοι μου…
Όλοι!!! τση παλιάς γενιάς, τιμή και κορώνα είχανε τη φιλοξενία.
Μια φορά θυμούμαι, στο μονόσπιτο μετόχι μας, ψάθα εκοιμούμαστε 5 μικρομέγαλοι, γονέοι και κοπέλια….
Το πρωί, στο ξύπνημα μας, είδαμε ένα ράντσο που το χε ο κύρης μου δε κατέχω που βρισμένο, να ναι στρωμένο και να κοιμάται ένας άγνωστος για μας…
Αγαθός ήτανε ο κακομοίρης ο μπάρμπα Μανώλης από το Κρεββατά… (δε του πολύκοβε να λέμε την αλήθεια) και φεύγοντας από το μετόχι του στο Βαχουδιανό Ξερόκαμπο για το χωριό του, (κοντά 15 χιλιόμετρα δρομάκι – ζάλο) στο δρόμο εσκοτεινιάστηκε…
Έχασε το προσσανατολισμό του κι αντί για το Κρεββατά, βρέθηκε… στο μετόχι μας, πίσσα σκοτεινά… Μαύρα μεσάνυχτα…
Τη πόρτα εκαταχτύπα και…
-«Ε!!! Κουμπάρε… Μπα νέχεις τόπο να ξωμείνω εγώ και… Ο γάιδαρος μου;»
Αλαφιάστηκε ο κύρης μου, εφοβήθηκε η μάνα μου στην ερημιά του τόπου, μα… η αγωνία του ήτανε μεγάλη του ταλαίπωρου…
Τονε καλωσόρισε, τονε κοίμησε, του καμε καφέ (η γάλα, δε θυμούμαι) την άλλη μέρα η μάνα μου και τονε καλωστράτισε….
Ανε σε βγάλει ο δρόμος από το Γεράκι προς το οροπέδιο Λασιθίου, το χωματόδρομο που περνά από την Αγία Άννα, μόνο μαγεία συναντάς…
Βοσκόμαντρες, χαράκια, πρίνους και…. Αθρώπους με ντρέτα αιτήματα!!!
Βοσκούς, αγράμματους, μα με την απόλυτη μόρφωση στη ψυχή τως…
Δε θυμούμαι ποιος ήτανε ο γεροντής που ποτέ(!) δεν έκλεισε τη πόρτα του μιτάτου του στο τόπο εκείνο…
Και πάντα, στο τραπεζάκι στη μέση του χαμηλόσπιτου, μια μποτίλια ρακή, ένα καύκαλο κρίθινο ψωμί, τρία ρακοπότηρα κι ένα κομμάτι τυρί…
Τονε ρωτήξανε μια φορά…
-«Μα γιάντα δε το κλεις το μιτάτο;»
Κι εκείνος απάντησε γελώντας…
-«Άμα είναι ανοιχτό, δε το σπούνε!!!»
Καλά κατέχανε όμως όλοι, πως δεν ήτανε ο λόγος αυτός… Υποχρέωση του ήτανε, Τιμή του, ο περαστικός να τονε νιώθει δικό του άθρωπο… Να χει το θάρρος, στην ερημιά του μαγικού βουνού, πως δε θα πεινάσει!!!
Δε θα διψάσει!!!! Δε θα κρυώνει, είναι δεν είναι ο νοικοκύρης μέσα!!!!
Κι ακόμη σήμερο έχει τέθοιες ψυχές… Λόγω τιμής σου λέω…
Να… Σαν το Παυλή στα Μπαρίτικα χωριά, που λέμε…
Οντε θα δεις το φως τς αυλής του σπιθιού του ν ανάβει, κάτεχε πως έχει ένα τραπέζι στρωμένο και περιμένει το μουσαφίρη… Κι ας είναι νύχτα… Με τη ρακή, το τυροζούλι, το κρίθινο καύκαλο, τς ελιές και τη ντομάτα…
Και στου Μανώλη θα το βρεις….
Και στου Γιάννη….
Και στο καφενείο του χωριού μου, ο ξένος, είναι Ιερός!!!
Ο καφετζής ο ίδιος, άμα δε βρεθεί ντόπιος την ώρα εκείνη, τονε κερνά…
Και δε ρωτά… – «Ίντα θα πάρεις?»
Ρωτά…
-«Ίντα θα κεράσω?»
Σε τουτηνά τη Κρήτη ζω αδερφέ μου…
Ετουτηνά δοξάζω και προσκυνώ…
Κι όχι την άλλη, τση κούπας, του πιστολιού, του χασισιού, του βιασμού και του φονικού….
Και τουτηνέ η Κρήτη, είναι η δική μου….
Η αληθινή!!!! Μη μου τηνε χαλάτε δυο τρεις νομάτοι….