Προσωπικά δεδομένα…
Ήταν καλοκαίρι του 1971… Στα διαθέσιμα επιβατικά αυτοκίνητα σφηνωθήκαμε σαν τις σαρδέλες, προκειμένου να πάμε στον Κερατόκαμπο, για τη βάπτιση συγγενικού μας προσώπου. Ένας άθλιος χωματόδρομος ένωνε την Άνω Βιάννο με τον παραλιακό οικισμό
Κατά σατανικό τρόπο, στα διαθέσιμα μεταφορικά μέσα χώρεσαν όλοι οι προσκεκλημένοι, πλην ενός: του μικρού μου αδερφού. Ήμουν στριμωγμένος στο αγοραίο του μακαρίτη του Θεόφιλου, όταν διαπίστωσα πως, για το 14χρονο αδερφάκι μου, δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος…
Ο οδηγός έθεσε το όχημα σε κίνηση, κι εγώ, έμεινα ενεός, καθώς έβλεπα τα υγρά μάτια του αδερφού μου και τα αμέτρητα παράπονα στην έκφραση του προσώπου του. Είναι απ’ αυτές τις πολύ δυνατές, κινηματογραφικού τύπου σκηνές, που ενθυλακώνονται βαθειά και για πάντα μέσα στα καταγώγια της μνήμης.
Όσα χρόνια κι αν ζήσω, δεν πρόκειται ποτέ να φύγει από τη μνήμη μου αυτή η εικόνα, που την συνόδευαν τόσα πολλά συναισθήματα. Πολλές φορές έχω κάνει την αυτοκριτική μου, γιατί, καλώς εχόντων, θα έπρεπε να είχα βρει τη δύναμη να φωνάξω «Σταματήστεεεεεε!!! σταματήστε να πάρουμε και τον αδερφό μου, ειδάλλως θα κατέβω κι εγώ»! Δυστυχώς δεν τη βρήκα αυτή τη δύναμη. Ακόμη και σήμερα, όταν ανακαλώ στη μνήμη μου το γεγονός αυτό αισθάνομαι σαστισμένος και υπόλογος! Σ’ όλη τη διαδρομή, καθώς κοιτούσα έξω, έβλεπα τα βουρκωμένα μάτια του 14χρονου αδερφού μου και το γεμάτο παράπονο μουτράκι του.
Σε μισή ώρα περίπου, το αγοραίο διέρχονταν το Σωμαράδω, μια γειτονιά του Κερατόκαμπου. Ξαφνικά το αυτοκίνητο ακινητοποιείται, όταν ο οδηγός έκπληκτος, είδε μπροστά του τον αδερφό μου!!! Την ίδια έκπληξη αισθανθήκαμε και οι υπόλοιποι συνεπιβαίνοντες. Το 14χρονο παιδί, ευθύς μετά την αναχώρησή μας από την Βιάννο, το «’κοψε» στο τρεχαλητό. Ωσάν αστραπή χύθηκε και, φυσικά, δεν επέλεξε το συνηθισμένο δαιδαλώδη δρόμο, αλλά τη σχισμή του Βιαννίτικου φαραγγιού. Επικινδυνότερη αναμφισβήτητα διαδρομή, αλλά ασυγκρίτως συντομοτέρα. Η παρατιθέμενη (πέρα για πέρα) πραγματική ιστορία, προσφέρεται, ασφαλώς, για πολλαπλά διδάγματα. Το πρώτο δίδαγμα ήταν η δική μου ολιγωρία, το δικό μου λάθος, στο να πράξω το σωστό.
Λέει η παροιμία πως: «αμαρτία εξομολογημένη, αμαρτία δεν είναι», αλλά τούτο δεν είναι αληθές. Διότι δεν έχει κανένα αντίκρισμα στο «διά ταύτα». Η ολιγωρία μου έχει για πάντα καταγραφεί στον ατομικό μου φάκελο, ως ένα σοβαρό λάθος. Γιατί μου προσφέρθηκε η ευκαιρία να αποδείξω την έμπρακτη αντίθεση και τη συμπαράστασή μου στην αδικία κι εγώ την πέταξα στα σκουπίδια. Το σημαντικότερο όμως δίδαγμα, είναι η λεβεντιά του μικρού παιδιού, που δεν ορρώδησε, γιατί είχε μάθει πολύ νωρίς να διεκδικεί, να αγωνίζεται.
Ομολογουμένως, η διαδρομή αυτή, όπως και πολλές άλλες, δεν του ήταν άγνωστη. Γιατί το παιδί αυτό, όπως και τα περισσότερα της εποχής του, έμαθε νωρίς νωρίς να βγάζει το ψωμί του. Θυμάμαι τους12χρονους μαθητές να νυχτοπερπατούν από τον Άγιο Βασίλειο, τον Κρεββατά και τον Αμιρά για να έρθουν στο Γυμνάσιο Βιάννου, τις περισσότερες φορές με αντίξοες καιρικές συνθήκες. Βλέπω και σήμερα τους Βιαννίτες γονείς μαθητών να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο με το αυτοκίνητο!
Είναι να μην μελαγχολείς και να μην καγχάζεις; Ή είναι να μην απελπίζεσαι όταν οι «ειδικοί» αγορεύουν αμετροεπώς, τασσόμενοι αναφανδόν κατά της παιδικής εργασίας; Σκέφτομαι πως, αν το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο υιοθετούσε τις… επιστημονικές κατακτήσεις του ανθρώπινου είδους, τα μισά ζώα θα πέθαιναν από ασιτία!
Αγαπητέ αναγνώστη, εργάζομαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στις αγροτικές εργασίες της οικογένειας, στα χαμαλίκια, στις φορτοεκφορτώσεις οικοδομικών υλικών και ελαιοπυρήνας και χίλιες δυο άλλες σκληρές και επίπονες εργασίες.
Κατηγορηματικά ισχυρίζομαι πως, κανένα ψυχολογικό τραύμα δεν έχω. Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τη ζωή και τις δυσκολίες της. Ποτέ μου δεν προβληματίστηκα «πού θα βρω δουλειά και μεροκάματο! Προς Θεού, δεν τα γράφω αυτά για να ευλογήσω τα γένια μου. Γιατί, με εξαίρεση κάποιους (ελάχιστους) καλοπερασάκηδες, τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου είχαμε ανάλογα βιώματα. Περιττό να αναφέρω πως, οι «καλοπερασάκηδες» αυτοί, αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στη ζωή τους…
*Το κείμενο αυτό, δημοσιεύτηκε στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδα "Ηχώ της Βιάννου"