Ποιητικά κεντήματα
Ευχάριστα μας εξέπληξε πάλι ο σεβαστός κ. Γιώργος Κοκολάκης, επίτιμος αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με το νέο εκδοτικό-ποιητικό του ανθολόγιο που έχει τον τίτλο «Καθημερινά και Βιαννίτικα».
Είναι το 2ο μέρος μιας ποιητικής ανθολογίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται παλιά και νέα ποιητικά αποστάγματα του κ. Κοκολάκη. Είναι γνωστό-γνωστότατο, ότι ο εν λόγω είναι πολυπροικισμένος, τόσο γιατί το λεκτικό του οπλοστάσιο είναι πλήρες, αλλά και γιατί, είναι σπουδαίος ποιητικός τεχνίτης. Ωστόσο μια άλλη-εξαιρετική-πτυχή της ποιητικής έκφρασης του κ. Κοκολάκη, αφορά στις ατέλειωτες αναφορές του στο γενέθλειο τόπο, στους ανθρώπους του, τα τοπωνύμια και τα αξιοθέατά του.
Ο κ. Κοκολάκης, μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, θεωρητικά μόνον έφυγε από την Βιάννο. Γιατί, το μυαλό του, φτερουγίζει συνεχώς στο «Σκλαβό» και στο «Μαυρικό» στον «Καλέ» και στην «Αχλαδούρα», στη Μεσοστενιά και στην Αγιά Πελαγιά, το Πετρούνι, στο Σωρό και στην Πλάκα. Το ποίημα που ακολουθεί, δείχνει ακριβώς αυτό, την αμέτρητη αγάπη του ποιητή προς τον τόπο όπου είδε το πρώτο φως, στον τόπο όπου έπαιξε τα πρώτα του παιγνίδια και εβίωσε τις πρώτες εφηβικές ανησυχίες, αλλά και την συνεχή επιστροφή του. Στο εν λόγω ποίημα έχει μια εξαιρετική ποιητική συνομιλία με τον ήλιο:
Ήλιε μου, όταν έρχεσαι απ’ την ανατολή,
φέρνεις τη μέρα κι έχει φως απ’ το πρωί ως το βράδυ.
Ενώ, σαν φεύγεις γέρνοντας στη δύση τη θολή,
αφήνεις πάντα πίσω σου της νύχτας το σκοτάδι
Ήλιε, σαν φεύγεις απ’ εδώ και χάνεσαι, πού πας;
Ποια μέρη ανυπομονείς, να δεις και ποιους ανθρώπους;
Τη ζωογόνο λάμψη σου σ’ αρέσει να σκορπάς,
σε όσους τη χρειάζονται, σ’ όλους της γης τους τόπους
Στη Βιάννο βγαίνεις το πρωί απ’ την Καβαλαρά,
κι αρχίζεις το σκαρφάλωμα στου ουρανού τη σκάλα,
κι ύστερα παιγνιδίζοντας τελείως χαλαρά,
βουλιάζεις το απόβραδο πίσω από την Τροχάλα!
Κάθε φορά που σε θωρώ στο θόλο τ’ ουρανού,
ιδίως στο χειμερινό το μεσουράνημά σου,
να σταματούσες λίγο εκεί, μου έρχεται στο νου,
για ν’ απολαύσω το ζεστό το φεγγοβόλημά σου
Αντίθετα, στο γέρμα σου το καλοκαιρινό,
ήλιε μου σε παρακαλώ, ακόμη λίγο στάσου,
μετά τ’ απομεσήμερο και προς το δειλινό,
για να θαυμάσω τ’ όμορφο το ηλιοβασίλεμά σου
Ήλιε, πηγή αστείρευτη σε λάμψη και σε φως,
από τα βάθη της ψυχής παράκληση σου κάνω,
εσύ που είσαι όλης της γης ο μέγας χορηγός,
να δίδεις πέρα απ’ το φως και φώτιση στη Βιάννο
Απ’ την Αθήνα ήλιε μου, που σε παρατηρώ,
να κάνεις με τα σύννεφα τα παιγνιδίσματά σου,
να ’μουν στης Βίγλας την κορφή απόψε λαχταρώ,
να δω στον Κερατόκαμπο το ηλιοβασίλεμά σου.
Επιλέξαμε να σας κοινωνήσουμε με ένα ακόμη ποιητικό δημιούργημα του κ. Κοκολάκη, το οποίο εκτός από το πλήθος των συναισθημάτων, μας προσγειώνει στην απόλυτη πραγματικότητα. Ο κ. Κοκολάκης, ο οποίος σε ό,τι αφορά τη Βιάννο, ως προελέχθη, διακατέχεται από ατέρμονη συναισθηματική παλίρροια, στο εν λόγω ποίημα, απεκδύεται του συναισθηματισμού του και βλέπει ψυχρά και ρεαλιστικά το επέκεινα της ζωής. Τίτλος του ποιήματος «Το κοιμητήριο»…
Στο παπουράκι, το γνωστό Κερατοκέφαλο
κάτω απ’ τον ίσκιο που αφήνει έν’ ανέφαλο,
η φαντασία μου συχνά με ανεβάζει.
Σε κάποια πέτρα ρουκουνάτη πάντα κάθομαι
κι ενώ, να βολευτώ στην πέτρα μάχομαι
το βλέμμα μου δεξά-ζερβά κοιτάζει
Μπροστά μου απλώνεται της Βιάννου η νεκρόπολη
και σαν πουλιά: σαν σουσουράδες, σαν ασπρόκολοι
φτεροκοπούνε οι ψυχές νύχτα και μέρα.
Φτεροκοπούνε και γροικώ τα φτερουγίσματα,
καθώς πετούν, όπου ακούν μοιρολογίσματα,
για ν’ απολαύσουν θυμιατά και λιβανίσματα
των ζωντανών που ευωδιάζουν τον αγέρα
Ενώ το θέμα στην αρχή μοιάζει μακάβριο,
σιγά-σιγά το συνηθίζω, δεν είναι άγριο,
γιατί, τα πάντα τελικά είναι συνήθεια.
Εξοικειώθηκα με την πραγματικότητα,
δεν ήταν τόσο τραγική η τραγικότητα,
όσο τη νόμιζα, πριν αντικρύσω την αλήθεια
Κάποια στιγμή άκουσα έντονο ένα βούισμα,
ήταν ομαδικό ψυχών φτερούγισμα,
ψυχών που ολούθε από κοντά με τριγυρίσαν.
Για ν’ απαντήσουν στα πολλά μου ερωτήματα,
για να μου πούνε, πώς περνούν μέσα στα μνήματα
κι όλες μαζί σαν μια φωνή μου ψιθυρίσαν:
«Του Άη Νικόλα είν’ εδώ το κοιμητήριο
σωμάτων και ψυχών αναπαυτήριο.
Εδώ η είσοδος δεν έχει εισιτήριο,
εδώ για όλους η κατάσταση είναι ίδια.
Εδώ χωρίζουν οι ψυχές από τα σώματα,
εξαφανίζονται κουσούρια, ελαττώματα,
εδώ τελειώνουνε της μοίρας τα παιγνίδια
Κυρά κι αφέντρα είν’ εδώ η ματαιότητα
που εξισώνει των ανθρώπων την ποιότητα
κι ισοπεδώνει τις ανθρώπινες αξίες.
Εδώ για όλους είναι ίδια τα μηνύματα,
πως είναι άχρηστα εδώ πλούτη και χρήματα,
εδώ τελειώνουν της ζωής οι αταξίες
Τι κι αν στις φάτσες διαφέρουνε τα μνήματα,
είτε θυμίζουν παλατάκια ή… καταλείμματα
μέσα τους, πέρα απ’ των σορών τα υπολείμματα
κλείνουν επίσης ανεκπλήρωτα ονείρατα,
σκέψεις και σχέδια μισοτελειωμένα.
Ελπίδες, φούμαρα που δεν επαληθεύτηκαν,
πάθη και πόνους και πληγές που δεν γιατρεύτηκαν,
του τάφου η πλάκα τα ’χει όλα σκεπασμένα
Εδώ δεν έχει απλοχωριά μέσα στα μνήματα,
εδώ δεν έχει «μηχανές» και μηχανήματα,
εδώ τελειώνουν τα επίγεια φερσίματα
και μπαίνει τέρμα στης ζωής τα μεγαλεία.
Εδώ αμείβεται ο καθείς κατά τα έργα του,
δεν επιβάλλεται κανένας με τη βέργα του,
ίδια για όλους σκυθρωπή μελαγχολία
εδώ δεν έχει ούτε γέλια ούτε κλάματα,
χείλη και στόματα δεν κάνουν μειδιάματα,
δεν έχουν θέση μορφασμοί, στραβοκοιτάγματα,
δεν ξεγελούνε γαλιφιές και καλοπιάσματα,
δεν έχει γκρίνιες, μεταμέλειες, συγγνώμες.
Εδώ δεν έχει ψησταριές κι οβελιστήρια,
ούτε και τζόγους, μετοχές, χρηματιστήρια,
δεν έχει μίζες, ποσοστά, μπόνους, κονόμες
Δεν έχει εδώ πολιτικούς και αξιώματα,
ούτ’ έχουν θέση διακρίσεις και καμώματα,
δεν πιάνουν τόπο φακελάκια και λαδώματα,
εδώ χατίρια και ρουσφέτια δεν περνάνε.
Εδώ θα πέσει «αφ’ εαυτού» το προσωπείο σου
και το επίγειο το ύφος το αχρείο σου.
Όσα προνόμια κι αν έχεις στο αρχείο σου,
εδώ σαν έλθεις, να το ξέρεις, το σαρκίο σου
όποιος και να ’σαι, τα σκουλήκια θα το φάνε!!!
Όποια και να ’ναι η επίγεια εξουσία σου,
σ’ εγκαταλείπει όπως κι η περιουσία σου,
στον Κάτω Κόσμο οι κανόνες είναι άλλοι.
Γι’ αυτό να πάρεις ενωρίτερα τα μέτρα σου,
όσο βολεύεσαι και κάθεσαι στην πέτρα σου,
πριν αισθανθείς απογοήτευση μεγάλη
Προσπάθησε λοιπόν να ετοιμάζεσαι,
για την ψυχή σου άρχισε να γνοιάζεσαι,
καθώς δεν ξέρεις, πότε θα ’ρθει η σειρά σου.
Προτού χτυπήσει ο Αρχάγγελος τη θύρα σου
και θα ’ναι αργά για να τα βάλεις με τη μοίρα σου
ό,τι σου λέμε, συλλογίσου και στοχάσου!!!