Περί κτηματολογίου…
Είναι απίστευτα τα όσα λέγονται με αφορμή το κτηματολόγιο. Αν θα τα κατέγραφα και τα έδινα σε κάποιον καλό ψυχολόγο, θα αποφαίνονταν με ακρίβεια για τον ιδιαίτερα δύσκολο χαρακτήρα των σημερινών Ελλήνων.
Αυτών, που αλλού πατούν κι αλλού βρίσκονται, που ανάβουν φλας αριστερά και στρίβουν δεξιά ή αντίστροφα, που γι’ αλλού ξεκινούν κι αλλού πάνε…
Είναι εντυπωσιακός ο ξερολισμός των νεοελλήνων. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
Το κτηματολόγιο είναι κάτι που έπρεπε να το είχαμε κάνει προ πολλών ετών. Δεν έγινε γιατί (και σ’ αυτό) προτάχθηκε η πολιτική απατεωνιά, με συνέπεια να φαγωθούν τα χρήματα που μας έστειλαν οι κοινοτικοί. Οποία κατάντια! Κατάντια όχι τόσο επειδή φαγώθηκαν τα χρήματα, γιατί αυτό είναι απατεωνιά. Αλλά γιατί, εμείς οι τάχα μου υπερήφανοι Έλληνες, δεχόμαστε να μας δίνουν χρήματα οι Ευρωπαίοι για ποιο λόγο παρακαλώ;;; Μα για να καταγράψουμε τις περιουσίες μας!!! Συγγνώμη, συνέλληνες, αλλά προσωπικά αισθάνομαι αφόρητη ντροπή. Καλά θα κάνουν δε κάποιοι, που υβρίζουν σκαιότατα Γάλλους, Γερμανούς και Εγγλέζους, να αναθεωρήσουν την άποψή τους, γιατί, δεν γίνεται να υβρίζεις και μετά να απλώνεις αδιάντροπα το χεράκι ζητώντας ελεημοσύνη… Καθαρές κουβέντες…
Καθημερινά λοιπόν, έρχονται οι ιδιοκτήτες προκειμένου να κτηματογραφήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και ο καθένας απ’ αυτούς θα ρίξει το ανάθεμά του σ’ αυτούς που αποφάσισαν να γίνει κτηματολόγιο, θα πετάξει την αρλούμπα του για το «πώς» έπρεπε να είναι ο νόμος και χίλια δυο που ειλικρινά είναι αδύνατον να μεταφερθούν εδώ…
Φυσικά, υπάρχουν και εκείνοι που βλέπουν το αύριο, δηλαδή, πόσο χρήσιμο εργαλείο είναι το κτηματολόγιο για τους επιγενόμενους και πόσο εγκληματικό είναι που αργήσαμε τόσο πολύ στην εφαρμογή του.
Ένα πρωινό ήρθε ο μπάρμπα Γιώργης να πάρει σειρά για το κτηματολόγιο. Παλιός γνωστός, από τους τελευταίους της παλιάς φρουράς. Ευτυχώς, τα πολλά χρόνια που συσσώρευσαν πάνω του βάσανα και διωγμούς, δεν μπόρεσαν να τον τελειώσουν. Γερό σκαρί και ένα μυαλό ξυράφι! «Να πιούμε δυο καφέδες, μα θα κεράσω εγώ», μου λέει με αυτοπεποίθηση, κάνοντας χρήση των γαλονιών της ηλικίας και των εμπειριών του.
Θείο δώρο να κοινωνείς πρωί πρωί της παρέας τέτοιων ανθρώπων. Πολλή σοφία ο λόγος τους, και ένα δυνατό ιστορικό βιβλίο. «Ίντα καιρός σ’ έφερε μπάρμπα Γιώργη στη Βιάννο», ήταν το ερώτημά μου. Δεν χρειάστηκε να ξαναμιλήσω, και αισθανόμουν υπέρμετρα τυχερός που η ακοή μου ήταν σε καλή κατάσταση. Μελίρρυτος ποταμός ο λόγος του. Στοχευμένες οι λέξεις, όπως τα καλοπελεκημένα αγκωνάρια που χρησιμοποιεί στο χτήρι του ο καλός κτίστης. «Αυτή η ιστορία με το κτηματολόγιο, μ’ έχει βάλει σε πολλές σκέψεις και σοβαρούς προβληματισμούς, αν θα έπρεπε να κάνω ο κτηματολόγιο», μου είπε και το εννοούσε. Τον «τσίγκλησα» για να δω πού ήθελε να το πάει. Κι αρχίζει το αφήγημά του, και θα ήμουν ασυγχώρητος αν δεν το μοιραζόμουν μαζί σας: «Δεν θυμάμαι σε ποια κηδεία πήγα, κι είμαι ασυγχώρητος, γιατί αυτό που είδα στο νεκροταφείο εκείνο μ’ έκανε να αναθεωρήσω πολλά στη ζωή μου. Δυστυχώς δεν κατάφερα να τα κάμω πράξη. Γιατί εκεί είναι η δυσκολία. Καθώς περιφερόμουν στους τάφους το μάτι μου έπεσε σε μια πλάκα που είχε τη φωτογραφία του μακαρίτη κι αποκάτω της ένα κατεβατό, που περίπου έγραφε τα ακόλουθα: «Βασανίστηκα πολύ στη ζωή μου. Στερήθηκα πολλά. Έκανα αιματηρή οικονομία και κατάφερα να αποκτήσω χρήματα και περιουσία. Δυστυχώς δεν απέφυγα το μεγάλο λάθος και όταν έφτιαχνα τον τάφο μου λυπήθηκα τα χρήματα και τον έκαμα μικρό σε διαστάσεις και δεν χωρούσε τίποτα απ’ όσα απόκτησα»…
Εκεί σταμάτησε την αφήγησή του ο μπάρμπα Γιώργης, κι εγώ έμεινα άφωνος για αρκετή ώρα να συλλογίζομαι τα πάμπολλα μηνύματα της ιστόρησής του. Ξαφνικά άρχισαν να παρελαύνουν από το μυαλό μου όλοι οι μεγάλοι διανοητές και στοχαστές. Θυμήθηκα αυτό το καταπληκτικό που έλεγε ο Ιησούς «δώρισε τα υπάρχοντά σου στους φτωχούς και ακολούθει μοι», όπως θυμήθηκα τον Καζαντζάκη και το Ζορμπά του. Θυμήθηκα όμως και τον μέγα ευεργέτη, τον Περικλή Βλαχάκη…