«Ουχ υπ’ άλλων, αλλά τοις αυτών πτεροίς αλισκόμεθα»
Δεν είναι τυχαίο που ο αετός, ο βασιλικός αετός, ήταν το αγαπημένο όρνεο του Δία.
Ο μύθος τον θέλει να γεννάται την ώρα που γεννιόταν και ο Δίας. Η φύση με μεγάλη απλοχεριά τον προίκισε δίδοντάς του πολλές και σπάνιες χάρες. Πρώτα – πρώτα είναι το μοναδικό ον του ζωικού βασιλείου που μπορεί να βλέπει τον ήλιο καταπρόσωπο, «ασκαρδαμυκτί».
Αυτή την ιδιότητά του την έχει και ως μεζούρα για τη γνησιότητα των νεοσσών του. Μόλις βγουν από τ’ αυγό και πριν φυτρώσουν τα φτερά τους, τους σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς τη μεριά του ήλιου. Όποιο δεν μπορεί να αντικρύσει τις ηλιακές ακτίνες και «σκαρδαμύξει» (ανοιγοκλείσει τα μάτια του), με μια σπρωξιά βρίσκεται έξω από τη φωλιά και σαν Σπαρτιατόπουλο οδεύει προς τους «αποθέτας» ή σαν νόθο κέλτικο παιδί πνίγεται στα νερά του Ρήνου ποταμού. Μ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζει τη γνησιότητα της ράτσας του. Είναι «υψιπέτης» (πετά ψηλά) και «υψιπετής» (πέφτει, ορμάει από ψηλά). Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομά του και ο αέρας παράγονται από το ίδιο ρήμα το «άω», που σημαίνει πνέω…
Εκεί στα ύψη που πετά δεν είναι εύκολος στόχος. Γι’ αυτό και η παροιμία: «αετός εν νεφέλοις: επί των δυσαλώτων, παρόσον εν νεφέλοις ων ουχ αλίσκεται» ! Αυτά έλεγε η «παραμιά» μέχρι που μια μέρα ήρθαν τα άνω κάτω. Κάπου στη Λιβύη, μας λέει ο Λιβυστικός μύθος, που ο Αισχύλος ονομάζει Λιβυστική παραμιά, ένας αετός που ’χε επίγνωση του άτρωτου που του εξασφαλίζει η απόσταση, έκοβε βόλτες από ψηλά και με το αετίσιο μάτι κοίταζε κάτω τη γη μπας και μετασαλέψει κιανένα λαγουδάκι να βγάλει το «ψωμί» τση μέρας…. Μια κοπανιά γροικά ένα πόνο στο καράβι ντου… Σκύβει να δει είντα τονέ χτύπησε σε τέτοιο ύψος.
Βλέπει ένα βέλος να είχε καρφωθεί, που για να γίνει «εκηβόλο» (να μπορεί να χτυπήσει πολύ μακρυά) του είχαν προσθέσει….. δικά του φτερά. Όλο παράπονο και πίκρα μαζί μονολογεί: «ουχ υπ’ άλλων, αλλά τοις αυτών πτεροίς αλισκόμεθα» ! (δεν τολμώ να το μεταφράσω. φοβούμαι πως τη χάρη του δα του τηνέ χαλάσω)! ΥΓ οποιαδήποτε ομοιότητα της πίκρας που ένοιωσε ο αετός με την πίκρα που νοιώθουν οι άνθρωποι κάθε τόπου και κάθε εποχής όταν «αλίσκονται» απ’ αυτούς που δεν το περίμεναν, απ’ αυτούς που θεωρούσαν «δικούς τους», είτε φίλοι λέγονται αυτοί, είτε συγγενείς, είτε πολιτικοί, είναι εντελώς συμπτωματική!!
*Ο Μιχάλης Πατεράκης είναι φιλόλογος