Οι αθοντολμάδες
Με το μεράστρι με σηκώσανε, να πα να φέρω το νερό του Κρυγιού ποταμού, όλες τσι κόψες του καταπότη μέχρι το ΓέροΜέλιο τς έδεσα και ξαβώγιασά ντο στο Χουμάνο, παλιό Βενετσάνικο όνομα, λίπασμα από κοπρά λένε οι γκυκλοπαίδειες πως πάει να πει.
Μισή πεζούλα, ούτε να μας σε βάλει να θέσουμε δε εχώρα, δυο αυλάκια ντοματιές, δυο αυλάκια κολοκυθιές και ένα αγγουρές στο γύρο, βάρσαμο στη μέσα μπάντα και μια πρασά φασουλιές.
Λίγο-πολύ, όλοι στο χωριό από μισή πεζούλα για κήπο χανε και κάθε Σαββάτοκύριακο με το νερό του Κρυγιού ποταμού το μποτίζανε.
Και δυό στερνιές κάθε μερόνυχτο από τη Πάνω Βρύση, γεμάτο σαπουνάδες, εκειά πλυνε όλο το χωριό τα βρωμεσμένα ντου, αυτό ταν όλο κι όλο.
Νύχτα ήταν ακόμη, ίσα που αποδιαφώτα, κι φτάνει η μάννα μου με μια καλάθα.
- Πάρε δα το καλάθι να κόψεις τς αθούς να γεμίσεις δυο κόσκινα, εδά πούνε πρωί κι είναι ανοιχτοί, να προλάβεις πριν σηκωθούνε κι οι άλλοι!
- Απ όλους τσοι κήπους να πας εκτός από τση Στέργιενας.
- Ακούς!
Στις δουλειές στα χωράφια πήγαμε όλοι.
Μεσημέριασε θυμάμαι όλη η οικογένεια από τη αυλή τση θειάς Μαριάνθης περνούσαμε.
- Κάτσε ται φάμε!
- Ντα ηντά ψησες θειά; Τη ρωτά ο πατέρας μου, πρώτη του θεία, αδερφή του πατέρα του.
- Αθοντολμάδες έχω, ανίψο, κάτσετε!
Και στην αυλή κάτω από τη κρεβατίνα κάτσαμε.
- Ηντά καλά που τσοί μαγέρεψες, θεία!
- Ηντά νοικοκερά σε θειά, κι γώ ντολμάδες έψησα, μα δε τσοι πετυχαίνω ετσά λοής σα και σένα!
Να λέει και να ξαναλέει η μάνα μου.
Πέντε στόματα εμείς, τρία, ο μπάρμπα Βρόντος, η θειά, κι η κόρη ντως, σύνολο οχτώ κι οι ντολμάδες, λίγοι, δε φτάξανε.
- Πήγαινε να δέσεις το τσικάλι με τσοι ντολμάδες, με ένα τέλι από τα αυτιά, προσεχτικά μη καείς να το φέρεις.! Μ΄ αρμηνεύει ο πατέρας μου.
Βρίσκω ένα τέλι, φτάνω στο σπίτι, πάω στη παραστιά και το τσικάλι έλειπε.
Η παραστιά ακόμη καυτή μα πουθενά το τσικάλι, τόσος κόπος χαμένος, το πήρα κατάκαρδα και κλαμένος γύρισα.
- Μαμά εκλέψανέ μας το τσικάλι με τσοι ντολμάδες! Φώναζα.
- Ηντά νοικοκερά σε θειά!
Λέγαν όλοι τση μάνας μου κι εγέλαγαν.
- Γεωργία φέρε παιδί μου το τσικάλι μας, λέει η θειά Μαριάνθη στη κόρη της.
Με κουνέλι στιφάδο με μπόλικα κρομμύδια και κανέλα από τα χέρια τση θείας Γεωργίας συνεχίσαμε.
Ο καλύτερος μεζές από κουνελάκια και περιστεράκια ήταν για μένα, η αγαπημένη θεία, όταν παντρεύτηκε το πήρα βαριά.
- Δε κάνει δα παιδί μου να πολύ πηγαίνεις στο σπίτι τση γιατί ναι νιόπαντρη.! Μου χε πει η γιαγιά.