Ο παλιός είναι αλλιώς...
Όποιος δεν έχει γέροντες, πρέπει να πάει ν’ αγοράσει, είχε πει κάποιος σοφός κι αυτή τη θεωρία την ενστερνίζομαι απολύτως.
Η επαλήθευση ήρθε ένα πρωινό όταν μ’ επισκέφτηκε στο γραφείο μου ένας καλός συγχωριανός, ο Αποστόλης Κολιοραδάκης. Άνθρωπος πολυδουλεμένος και προκομμένος. Παιδί πολυμελούς οικογένειας, κατανόησε από νωρίς τι εστί βερίκοκο, πως με τα ραχάτια δεν ξορκίζεται η ανέχεια. Πανάξιος συνεχιστής της πατρογονικής τέχνης του καλαθοπλέκτη, μπήκε από παιδί στη μάχη για την επιβίωση. Τω καιρώ εκείνω, δεν… απαγορεύονταν η παιδική εργασία όπως διατάζουν οι σοσιαλιστικοί φωστήρες. Ως είναι γνωστό, τα σημερινά παιδιά απαγορεύεται δια πυρός και σιδήρου να εργασθούν, ενώ επιτρέπεται να οδηγούν μηχανάκια και αυτοκίνητα από τα πέντε τους, και μόλις πατήσουν τα δέκα γνωρίζονται με τους φρέντους, τους καπουτσίνους, τα κινητά και το ραχατιλίκι.
Ο Αποστόλης λοιπόν, δεν διδάχτηκε μονάχα την τέχνη του πατέρα και του παππού, αλλά μυήθηκε και στην εργασιομανία. Στην προεφηβεία του ήταν ήδη ένας τέλειος καλαθοπλέκτης. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να του εξασφαλίσει τον επιούσιο, διότι, ναι μεν έπλεκε αριστουργηματικά, καλάθια και κοφίνια, έπρεπε όμως να βρει και αγοραστικό κοινό! Κι εδώ τα πράγματα δεν ήταν απλά… Ο ανταγωνισμός σκληρός, η αγορά στην κωμόπολη κορεσμένη, αφού, υπήρχαν πάρα πολλοί τεχνίτες του είδους. Ένα πρωινό λοιπόν, ο Αποστόλης φορτώνει στο γαϊδούρι την πραμάτεια του και τραβάει προς τα Γεραπετρίτικα! Ο γάιδαρος φορτωμένος καλάθια, καλαθάκια και κοφίνια κι ο έφηβος Αποστόλης πεζός, να διέρχεται τα καμένα χωριά: Αμιρά, Πεύκος, Μουρνιές, Γδόχια Γρα Λυγιά…
Μέχρι τον Κουτσουρά έφτασε ίσαμε να ξεπουλήσει! Κι ύστερα άρχισε το ταξίδι της επιστροφής, το οποίο του φαίνονταν παιγνίδι, γιατί ήταν καβαλάρης! Η χαρά του όμως δεν διήρκησε πολύ, γιατί, στη Γρα Λυγιά, του ήρθε η φαεινή ιδέα να αγοράσει ντομάτες και να τις πουλήσει στα Βιαννίτικα! Άντε πάλι ποδαρόδρομο και μάλιστα μέσα στη νύχτα, έως να φτάσει στη Βιάννο. Όμως ούτε τότε τελείωνε το βάσανό του, αφού θα έπρεπε να πουλήσει πάραυτα το ευπαθές προϊόν. Έτσι χρειάστηκε να κάμει την περατζάδα του από τα καφενεία των Λιβαδιών, τις περιβόητες καλύβες, όπως και από την Κάτω Βιάννο και τον Χόνδρο. Για τον Αποστόλη, αυτός ήταν ένας κύκλος διαρκώς επαναλαμβανόμενος. Να πάει βρει τις κατάλληλες βίτσες από λυγαριά για τους πάτους των καλαθιών, να βρει τα κατάλληλα καλάμια, να αρχίσει ξανά το πλέξιμο, έως ότου θα διέθετε αρκετό εμπόρευμα για να ξαναφορτώσει το ζώο και να κάμει ένα ακόμη εμπορικό ταξίδι. Διαρκής ο αγώνας δημιουργίας και προκοπής.
Όμως ο Αποστόλης, ουδέποτε αρκέστηκε στην καλαθοπλεκτική. Με τις οικονομίες του αγόρασε νερόμυλο και παράλληλα εδημιούργησε ένα παντοπωλείο!
Καθόμουν και τον άκουγα σαν αποσβολωμένος, γιατί ήξερα πόση αλήθεια είχαν οι αλήθειες του. Πόσος ήταν ο κόπος του να κατασκευάσει, να δημιουργήσει, αλλά και πόση η χαρά του όταν εισέπραττε το αντίτιμο των κόπων του. Σε εξαιρετικά δύσκολες εποχές, ανάμεσα σε πολέμους και στα εμφυλιοπολεμικά κάκαδα η φτωχολογιά έδινε ένα πολυμέτωπο αγώνα για επιβίωση και βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Όταν διαπίστωσε ότι οι οικονομίες του είχαν αυγατίσει αποφάσισε να φτιάξει το σπίτι του. Κάποια μέρα το φορτηγό, του έφερε άμμο. Την νύχτα όμως, μια ραγδαία ξαφνική νεροποντή δεν άφησε ούτε κόκκο! Σκεφτείτε πόσος κόπος, πόση προσπάθεια χάθηκαν, σε μια μίζερη εποχή που δεν διέθετε φιλάνθρωπους και αποζημιώσεις…
Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, ο Αποστόλης εδημιούργησε περιουσία, έκτισε σπίτια, εφύτεψε ελιές και έκαμε εξαιρετική οικογένεια.
Σήμερα βλέπει τις ελιές που φύτεψε να αργοπεθαίνουν, αφού τα παιδιά του, που πρόκοψαν στα γράμματα και στην τέχνη, έχουν άλλα ενδιαφέροντα. Κι ο Αποστόλης, στη δύση της ζωής του, μιας ζωής με πολλή μόχθο και πολλά βάσανα αναρωτιέται με παράπονο: «Τι τυραννιόμουν τόσα χρόνια»;
Απόστολε, σου θυμίζουμε το στίχο του Μ. Ρασούλη: «Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή το όνειρό σου ανασταίνω και το κάθε σου «γιατί»…