Ο νερόμυλος στο Κεφαλοβρύσι
Τα Μέσα Χωριά της Βιάννου κτισμένα στις Παρυφές της Δίκτης είχαν τα περισσότερα πηγές με τρεχούμενα νερά χειμώνα καλοκαίρι.
Πιό σημαντικές ήταν του Γκαμπριγιέλε στη Βιάννο, η Ανεβάλουσα στ' Αμιρά, η φλέγα στο Κεφαλοβρύσι ,η Μέσα βρύση στον Αγ. Βασίλειο, το Φάλι στον Πεύκο και οι πλούσιες πηγές της Σύμης που τροφοδοτούσαν και το Καλάμι.
Στην πορεία τους, πότιζαν περβόλια και ρεματιές και σε συνδυασμό με τα πευκοδάση της περιοχής έκαναν τον τόπο να μοιάζει με παράδεισο.
Σε αρκετά χωριά και ιδιαίτερα στο Κεφαλοβρύσι οι πρόγονοι μας έχτισαν στην πορεία του νερού αρκετούς νερόμυλους για να εκμεταλλεύονται την ενέργεια του. Ένα πετρόχτιστο ισόγειο σπιτάκι με τον εξοπλισμό και τα σύνεργα του Μυλωνά που μύριζαν αλεύρι, και κολλητά ένα όρθιο πετρόχτιστο πηγάδι που το γέμιζαν με νερό, και όταν ήθελαν να κινηθούν οι μυλόπετρες άνοιγαν την τάπα από την κάτω μεριά του πηγαδιού και η πίεση του νερού καθώς πετιόταν με δύναμη, γύριζε τη φτερωτή και αυτή με τη σειρά της τις μυλόπετρες.
Μ΄έστειλε ο πατέρας μου μικρός, με δυό μιγώμια σιτάρι να πάω να τα αλέσω στο Κεφαλοβρύσι. Με υποδέχτηκε με καλοσύνη ένας γεράκος Μυλωνάς και μ΄εβαλε να του ανεβαστώ να μην ξεσωμαρίσει ο γαϊδαρος μέχρι να ξεφορτώσει.΄Όταν ήρθε η σειρά μου για να μην κατσιάσω, 10χρονο κοπέλι τότε, φώναξε ένα άλλο πελάτη να σηκώσουν και να ζυγίσουν τα σακιά, με τον καμπανό που κρεμόταν από ένα μεγάλο στυλιάρι που το είχαν ακουμπούσε αντικριστά στους ώμους τους.
Όση ώρα εκείνος άλεθε ερευνούσα τα πάντα, και με έπιασε δέος όταν έσκυψα κάτω από το σπιτάκι και είδα την πίεση του νερού καθώς χτυπούσε με δύναμη τη φτερωτή, και αμέσως μετά, σαν τίποτα να μην είχε συμβεί, το νερό συνέχιζε κανονικά στον καταπότη για να ξεδιψάσει τα περβόλια των ανθρώπων. Μου έχει μείνει η εικόνα να παρατηρώ το στάρι να πέφτει σιγά σιγά στις μυλόπετρες και αυτές με τη σειρά τους επέστρεφαν αργά -αργά ζεστό αλεύρι σε μια κασόνα ,και με μια σέσολα ο μυλωνάς, μεσογέμιζε τα λουράτα σακιά που του είχα πάει με το στάρι. Κράτησε την αμοιβή του σε είδος και αφού μου φόρτωσε πάλι τα σακιά με το αλεύρι έφυγα πασπαλισμένος μα και ενθουσιασμένος για ότι είχα δει και ότι είχα μάθει.
Σήμερα ξανάγινα κοπέλι και πήγα να τον συναντήσω, μα είχε κλειστή την πόρτα και από μια χαραμάδα τον άκουσα να παραπονιέται. "Δεν σπέρνουνε παιδί μου μπλιό οι ανθρώποι και οι νοικοκυρές ούτε ζυμώνουνε ούτε φούρνους συμπαίνουνε ούτε ξεφουρνιές βγάζουνε . Μα ούτε και νερό έχω να δουλέψω το μύλο γιατί το πήραν από τις πηγές με λάστιχα και το πήγαν στους Γυιαλούς που κάμανε καινούρια περβόλια.-Σιγά σιγά θα ξεραθούν και οι ρεματιές ,και οι μερτιές και οι καταπότες. Όσο μπορώ μαζί με τον κισσό που μου κάνει παρέα ,θα παντώ τον καιρό ,να μη μου βουλίσει το Μύλο γιατί από εδώ χόρτασαν ολόκληρες γενιές με το στάρι που τους άλεθα".
Του ψέλλισα πως αυτός εδώ ο Μύλος μαζί με τις φάμπρικες είναι η πολιτιστική κληρονομιά μας και ίσως κανένα κράτος, η μπορεί και κάποιος Δήμαρχος να γνοιαστεί καμιά φορά. Δεν φαίνεται να τον έπεισα μα την πίκρα μου την απάλυνε η φιλοξενία και η βοήθεια των κατοίκων που συνάντησα Μαζί με το πνεύμα του Μυλωνά και την αγάπη που έχουν οι κάτοικοι για τον τόπο μας, ίσως κάποια φορά βοηθήσει να ξαναζωντανέψουν τα χωριά μας που ερημώνουν σιγά σιγά για χάρη μιας ακριβοπληρωμένης "ανάπτυξης"... Μέχρι τότε Βάστα γερά τις μνήμες Μυλωνά, και εσύ Κισσέ κράτα το μύλο αγκαλιά να μην βουλίσει...