Ο μπάρμπα Νίκος κι ο πολιτισμός μας…
Περπατούσε αργά στη δημοσιά. Είναι βαρύ φορτίο τα ενενήντα πέντε χρόνια του.
Ενενήντα πέντε χρόνια που δεν αναλώθηκαν στις καφετέριες και στις καρέκλες του σκηνοθέτη, αλλά στη σκληρή βιοπάλη, και στις αλλεπάλληλα σκληρές εποχές. Πόλεμοι, διώξεις (εμ βέβαια, είχαμε κι απ’ αυτά…), μετανάστης εσωτερικού για την επιβίωση κι ύστερα, επιστροφή στην πατρίδα για… καλά γεράματα. Ο μπάρμπα Νίκος είναι ένας κύριος με όλη τη σημασία της λέξης. Έσωθεν και έξωθεν καθαρός, ευγενής, τίμιος, αναλώνει το χρόνο του ολημερίς στο περπάτημα. «Θα την δεις πολλές φορές ήρεμη, αλλά ποτέ ακίνητη», είχε πει κάποιος ποιητής μας για τη θάλασσα, αλλά νομίζω πως αυτό, θα ταίριαζε καλύτερα στον μπάρμπα Νίκο. Είναι πάντα ήρεμος, αλλά… ποτέ ακίνητος! Ίσως εδώ βρίσκεται και το ελιξίριό του!
Βεβαίως και θα κάμει τις στάσεις του, γιατί τίποτα δεν κινείται χωρίς καύσιμο. Η ρακή…Αυτό είναι το καύσιμο του λεβέντη γέροντα. Μην πάει το μυαλό σας σε καταχρήσεις και αμετροέπειες. Αυτές οι 4-5 ρακές είναι η ημερήσια ντόπα του… Μ’ αυτές διαχειρίζεται τα γέρα του. Αυτά αλαφρώνουν το βάρος του αιώνα που κουβαλεί…
Έχω την αίσθηση πως, χωρίς το αδιάκοπο πήγαινε-έλα του Μπάρμπα Νίκου, ο κεντρικός δρόμος της Άνω Βιάννου, θα είναι ένα ασαφές-θολό κι αδιάβατο στενάκι…. Ένας έρημος και σκοτεινός δρόμος. Γιατί η παρουσία του και μόνο, είναι ένας διαρκής προβολέας στα σκοτάδια και στις κάσες του παρελθόντος!
Εκεί, στη μακρά στράτα, που τη φαρδαίνει και τη φωτίζει η παρουσία του, περπατούσε κι εκείνο το απόγευμα ο Μπάρμπα Νίκος, όταν διήλθε οχούμενος την επιτεσσεράτζα του, ο νεοελληνικός πολιτισμός. Ένας «πολιτισμός», με αδιευκρίνιστα χαρακτηριστικά, αφού στα φιμέ τζάμια δεν «διαβάζουν» μήτε οι υπεριώδεις ακτίνες… «Μπιμπππππππππππ» ακούστηκε το παρατεταμένο εκνευριστικό κλάξον, με το οποίο καλούνταν ο ενενηκονταπεντούτης, Άνθρωπος, να μεριάσει για να διέλθει ο οχούμενος «νεοελληνικός πολιτισμός». Με ανακλαστικά και σβελτάδα έφηβου, ο Μπάρμπα Νίκος έκαμε στην άκρη… Όμως, ετούτος ο νεοελληνικός ξεπεσμός δεν είχε ολοκληρώσει τη μουτζαλιά του, διότι ξάφνου, το ακριβό 4Χ4 κοκαλώνει και ο έχων το πρόσταγμά του, πιάνει ψιλή κουβέντα μ’ έναν άλλο εντελώς πεζό… Ο Μπάρμπα Νίκος, περιμένει στωικά να απομακρυνθεί ο «πολιτισμός», ώστε να διασχίσει κάθετα το όποιο δρόμο ακόμη του έχει απομείνει… ίσαμε να ολοκληρώσει την έτσι κι αλλιώς θεαματική του τροχιά. Ήθελε να κάμει την τελευταία της ημέρας στάση στον απέναντι καφενέ, προκειμένου να πιει το στερνό της ημέρας ρακάκι…
Άραγε, πόσες ρακές και πόσα βήματα, να δικαιούται ακόμη ο σεβάσμιος γέροντας σύμφωνα με τα πρωτόκολλα του νεοελληνικού πολιτισμού;
Κάνοντας όλες αυτές τις σκέψεις και με την ψυχή μου περίλυπη έως θανάτου, πήγα να δω το «πρόσωπο» του οδηγού. Πήγα να δω εκ του σύνεγγυς «ποιος» είναι ο απόγονος του Περικλέους και του Μίνωα… «Για να εκφράσει την ψυχή του, ο άνθρωπος δεν έχει παρά μόνο το πρόσωπό του», είχε πει κάποιος Γάλλος καλλιτέχνης. Πόσο δίκιο είχε… Κοιτάζοντάς τον θυμήθηκα ξανά το Γκάτσο και τη σοφία των στίχων του: «Σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων»… Ναι, απέναντί μου είχα ένα γκρίζο πρόσωπο, με δυο μάτια βαθειά σαν σκοτεινό πηγάδι, ένα πρόσωπο-απρόσωπο, μέλος μιας νεόκοπης κοινωνίας α-πολιτισμού…
Ο Μπάρμπα Νίκος περίμενε ώρα πολλή, γιατί η πείρα του, τον οδηγούσε στο ασφαλές συμπέρασμα πως, όταν έχεις μάθει να πορεύεσαι στο φως, δεν πρέπει ποτέ να έχεις εμπιστοσύνη του σκοταδιού! Ναι… με ελαφρά λυγισμένα τα πόδια, περίμενε εκεί… όρθιος, θέτοντας σε σκληρή δοκιμασία τις αντοχές του κόσμου.
Όμως, πόσο πια να περιμένει;;; Έκανε το γύρο με τα μικρά-γεμάτα σιγουριά και εμπειρίες βήματά του και συνέχισε το μακρύ του δρομολόγιο στο χρόνο και στο φως…
