Ο «κρρυγιός» καφές
Με αφορμή το ωραίο χρονογράφημα της αείμνηστης Κατερίνας Ραπτάκη-Δαμουλάκη που δημοσιεύσαμε πρόσφατα, με τον τίτλο «Ιστορίες της γιαγιάς Κυνηγίνας» η αναγνώστριά μας κ. Διαμάντω Κοκολάκη-Κόμη, μας έστειλε την ακόλουθη (επίσης εξαιρετική) αληθινή ιστορία που έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές, δηλαδή τον Δημήτρη Ραπτάκη (Κυνηγό) και την σύζυγό του.
Γράφει, λοιπόν, η κ. Κοκολάκη-Κόμη:
«Σε συνέχεια της ιστορίας για την αείμνηστη Κυνηγίνα, γυναίκα αγαθή, πολύ γλυκιά και με απέραντη αφοσίωση και αγάπη στον άνδρα της, τον Κυνηγό, πρώτο ξάδερφο και κουμπάρο του παππού μου, του Ραφτονικολή.
Μικρή εγώ την θυμάμαι να επισκέπτεται την γιαγιά μου, που την αποκαλούσε «κουμπάρισσα», πεντακάθαρη με μόνιμο χαμόγελο. Χήρες και οι δύο, απολάμβαναν τις συναντήσεις αυτές, πίνοντας το πολύ γλυκό καφεδάκι τους. Ειδικά «η κουμπάρισσα» το χαιρόταν σαν είδος σπάνιας πολυτέλειας, ίσως επειδή δεν το είχε κάθε μέρα στο σπίτι της.
Η πρώτη της γνωριμία με το ρόφημα που τώρα αγαπούσε πολύ, ήταν δραματική, εξ αιτίας της προσφιλούς συνήθειας του άνδρα της, του «Κυνηγού» να την πειράζει.

Παλιά δεν γνώριζαν τον καφέ. Κάποτε ήρθε και στη Βιάννο. «Καντίκω», μου λέει ο Κυνηγός, «βάλε τον καλό σου σάκο να πάμε στο καφενείο για να σε κεράσω ένα καινούργιο πολύ ωραίο ποτό». «Ευχαρίστως Δημητρό μου».
Πηγαίνουν λοιπόν και δίνει την παραγγελία το… πειρακτήρι. Φέρνει ο καφετζής καυτούς τους καφέδες, υψώνει το φλιτζάνι ο Κυνηγός: «Στην υγειά σου Καντίκω μου».
Τον κατεβάζει η κουμπάρισσά μας με μια ρουφηξιά και φυσικά καϋναντίζει* στόμα και λαιμός. Δεν είπε, όμως τίποτα για να μην στεναχωρήσει τον σύντροφό της που ήθελε να την περιποιηθεί.
Την επόμενη φορά όμως που πήγαν για καφέ την ρωτάει ο καφετζής: «Πώς τονε πίνεις θειά Καντίκω;» παίρνοντας την απάντηση που έγινε «βάιραλ» όπως θα λέγαμε σήμερα με την χαρακτηριστική προφορά του ρο : «ΚΡΡΥΓΙΌ παιδί μου»!!!
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Μαλισιόβα και δημοσιεύτηκε στο MATRIX 24