Ο βιολιστής του έρωτα
Άχι και να με βάζανε,
στο Μυρταρά ντραγάτη,
να δω ποιος παίζει και γελά,
με τη παλιά μου αγάπη...
Αυτή, ήταν μια από τις πλέον αγαπημένες μαντινάδες, του Μιχάλη Κουσκουμπεκάκη, του ανθρώπου που γλέντησε χιλιάδες ανθρώπων, σε καντάδες, γάμους και πανηγύρια στην περιοχή της Βιάννου.
Ο Μιχάλης ο Κουσκουμπέκης, όπως ήταν ευρύτερα γνωστός, ήταν σχεδός αυτοδίδακτος στο βιολί. Εμφανώς επηρεασμένος από τη μουσική κουλτούρα της ανατολικής Κρήτης και το Στρατή Καλογερίδη. Για πολλά χρόνια άσκησε το επάγγελμα του βιολάτορα με τη συνοδεία στο λαούτο τον αείμνηστο Δημήτρη Ραπτάκη (Μελίτακα) και είναι αμέτρητα τα τριήμερα γλέντια σε γάμους σε όλα τα χωριά της Βιάννου, αλλά και της ανατολικής Μεσαράς. Του άρεσε να ήταν πάντα καθαρός, καλοντυμένος και περιποιημένος. Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν ότι έπαιζε και τραγουδούσε με ασίγαστο πάθος, ενώ στις αποθήκες της μνήμης του είχε απροσδιόριστο αριθμό μαντινάδων, πολλές από τις οποίες ήταν δικές του. Κυρίαρχο στοιχείο, τι άλλο; Ο έρωτας!
Μάτια έχουν όλοι οι άνθρωποι
μα εσύ ’χεις δυο μαγνήτες
και με ’καναν και περπατώ
σαν τον τρελό τις νύχτες!

Η φωτογραφία που σας παραθέτουμε είναι ενδεικτική μιας άλλης, ρομαντικής και όμορφης εποχής, μιας εποχής που νέοι γλεντούσαν το κάθε τι τους και είχαν για σκολιανά τους ρούχα τα άσπρα πουκάμισα, γιατί το άσπρο είναι το χρώμα της χαράς! Στη ζυγιά των οργάνων, ο Μιχάλης Κουσκουμπεκάκης (βιολί) και Δημήτρης Ραπτάκης Μελίτακας (λαούτο). Αριστερά ο Γιάννης Κριαράκης και ενδιάμεσα ο Γιώργος Συκολογιαννάκης.
Όλα τα δηλητήρια
μου τα ’χεις περασμένα
μα η σύριγγα του έρωτα
έσπασε πια για μένα!
Ο Μανώλης Σπανάκης, αναφέρει σε αφιέρωμα του στην "Ηχώ της Βιάννου": Για πολλά χρόνια στα αυτιά μου θα ηχεί ένας παραπονιάρικος σκοπός, το Δεύτερο Ρε ή Βερεμιάρης, όπως τον λένε αλλιώς, ο αγαπημένος σκοπός του Βαγγέλη του Νίκου, αλλά και όλων των μερακλήδων της Βιάννου. Ένα σκοπό που τον απέδιδες και τον τραγουδούσες θαυμάσια:
«Απ’ όλα αξίζει πιο πολύ
του μερακλή ο τάφος
γι’ αυτό το γράφει επάνω του
πως πέθανε με πάθος»…
Η Μαρία Χλειουνάκη-Μαστρογιωργάκη, έχει γράψει για τον Μιχάλη Κουσκουμπεκάκη:
Μετά το τραγικό ατύχημα της μητέρας του, που έπεσε από μια ελιά, η οικογένεια διαλύθηκε, αφού η μικρή φωλιά που αγκάλιαζε τα πέντε αδέλφια σκόρπισε στους τέσσερις ορίζοντες.
Από την αθώα παιδική του ηλικία κατάλαβε πως ο αγώνας της επιβίωσής του ήταν δική του υπόθεση. Η ζωή που φέρθηκε αρκετά σκληρά στον Μιχάλη Κουσκουμπεκάκη, θα δικαιολογούσε και κάποιες μικροπαρεκκλίσεις από τη σωστή-ανθρώπινη συμπεριφορά. Όμως ο Μιχάλης που δεν ξεστράτισε σε εύκολα μονοπάτια κι ας μην τον δίδαξε η μάνα για τις ανθρώπινες αξίες και για τον καθαρό και σωστό δρόμο που θα έπρεπε να περπατήσει στη ζωή του. Και είναι σίγουρο πως ποτέ δεν άπλωσε χέρι ούτε για μια ρόγα από ξένο σταφύλι για να δροσίσει το στεγνό του στόμα. Δεν κατηγορήθηκε ποτέ γιατί μπήκε σε ξένο περβόλι, όσο δυνατές κι αν ήταν οι βιολογικές του ανάγκες.
Έτσι ήταν γεννημένος ο Μιχάλης και σ’ αυτό το σωστό και μακρύ δρόμο πορεύτηκε στη ζωή του. Και τον θυμάμαι νευριασμένο και αγανακτισμένο μόνο όταν τον έπνιγε η αδικία και απάνθρωπη συμπεριφορά των ανθρώπων. Βρήκε όμως τον τρόπο για διέξοδο στις συναισθηματικές του επιβαρύνσεις με την αγάπη του στη μουσική. Γιατί μέσα σ’ όλες τις αρετές του ήταν προικισμένος και με μουσικές ικανότητες. Ένα σπασμένο μαντολίνο χωρίς χορδές βρέθηκε στα χέρια του.
Όλοι στη γειτονιά νόμισαν πως αποτελούσε το παιγνιδάκι του. Με τον καιρό όμως το παιγνιδάκι αυτό και με την επιμονή του το συναρμολόγησε, ώσπου τα κατάφερε κι έβγαλε την πρώτη του νότα. Καθημερινή συντροφιά με το σπασμένο μαντολίνο ο Μιχάλης περνούσε τον καιρό του, εκτός από κάποιες στιγμές που του έδιναν την ευκαιρία για κάποιο θέλημα. Στην εφηβική του ηλικία πιάνει στα χέρια του το πρώτο βιολί που του αγοράζει ο στρατιωτικός Μιχάλης Ιωσήφ Παπαματθαιάκης. Η ευτυχία του δεν περιγράφεται. Φιλομαθής και πεισματάρης στους στόχους του και σε ό,τι του χρωστούσε η ζωή, τα καταφέρνει μέσα από τόσες αντιξοότητες να γίνει ένας αυτοδίδακτος καταξιωμένος μουσικός. Ήταν το πάθος του τόσο μεγάλο για την μουσική του εξέλιξη που δεν άφηνε ευκαιρία να χαθεί μιας και δεν υπήρχαν άλλες δυνατότητες προόδου. Ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό θα αναφέρω για το πόσο ήταν ταυτισμένος με το βιολί του. Ήταν τα χρόνια που ο αείμνηστος Γιώργος Βασιλάκης, ταξιτζής της Βιάννου, έφερνε κινηματογραφικές ταινίες που πρόβαλε στο καφενείο του αείμνηστου Γεωργίου Παπαδημητράκη. Πολλές φορές στο τέλος της παράστασης έπαιζε βιολί ο Ηρακλειώτης μουσικής Αριστείδης Σταυρακάκης, ιδιαίτερα γνωστός για τις μελωδίες του Στρατή Καλογερίδη. Ο Μιχάλης κουρασμένος από την καταπόνηση του μεροκάματου είχε το κουράγιο να περιμένει στο πεζοδρόμιο, ακόμα και υπό βροχή, να τελειώσει η ταινία για να ακούσει και να κλέψει τις μελωδίες του Σπανακάκη…
Οι Βιαννίτες του χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τις γενιές που γλέντησε, τις αξέχαστες παρέες, καντάδες και γλέντια στους γάμους και τα βαπτίσια του τόπου μας καθώς και στα χωριά μας, ιδιαίτερα στο Συκολόγο και στο Καλάμι που τον είχαν για μόνιμο μουσικό τους σε κάθε τους εκδήλωση.

Πληροφορίες: Ηχώ της Βιάννου, Μανώλης Σπανάκης, Μαρία Χλειουνάκη-Μαστρογιωργάκη
Κεντρική φωτογραφία Μιχάλη Κουσκουμπεκάκη: Χρήστος Τσουμπλέκας
Παλιά φωτογραφία: Αρχείο Μανώλη Σπανάκη
Βίντεο: Μανώλης Παπαδάκης
