Κατάθεση ψυχής...
Με λόγια βγαλμένα μέσα από την καρδιά του, θέλησε να αποχαιρετήσει τον αγαπητό Οφθαλμίατρο, Μανώλη Αγγελάκη, ο ξάδελφος του Μανώλης Σφακιανάκης.
"Πέτρα θα κάμω τη καρδιά
για να σου πω δυο λόγια
λόγια πού πρέπουν σε χαρές
κι όχι σε μοιρολόγια
Έφυγες κι έφυγε το φώς
εμένα απ’ τη ζωή μου
και στο σκοτάδι επόμεινε
για πάντα η ψυχή μου.
Τρέχουν στα μάθια δάκρυα
απάνω στη καρδιά μου
τρελαίνομαι σα σκέφτομαι
που ’φυγες από κοντά μου
Έφυγες δεν ακούστηκε
ούτε η αναπνοή σου
γιατί ’σουν ένας άρχοντας
σε όλη τη ζωή σου
Σ’ ένα λεπτό επέταξες
δεν σκέφτηκες κανένα
πώς θα περάσω τη ζωή
αλάργο από εσένα
Δεν διαμαρτυρήθηκες,
ποτέ δεν είχες πόνο
ήθελες και τον ήπηρες
νάναι δικός σου μόνο
Έφυγες κι έφυγε η χαρά
κι έσβησε ένα αστέρι
που έλαμπε στο σπίτι σας
χειμώνα καλοκαίρι
Ο ουρανός σκοτείνιασε
κι έριξε μαύρη μπόρα
και της γιαγιάς τα όνειρα
εγκρεμιστήκαν όλα
Το πιο σκληρό τζη πρόσωπο
έδειξε η μοίρα πάλι
και μακριά απ’ τη ζωή
ήρθενε να σε πάρει.
Είναι βαριές κι αβάσταχτες
του χωρισμού οι ώρες.
όταν ξεσπάσουν ξαφνικά
σα μανιασμένες μπόρες
Ήσουνε άντρας δυνατός
κι είχες τιμή και λόγο
οι φίλοι και οι συγγενείς
έχουν για σένα πόνο
Ποτέ σου δεν με πίκρανες
και πάντα μ’ αγαπούσες
τη τρυφερή αγάπη σου
με γέλιο τη σκορπούσες
Είχες την επιστήμη σου
καμάρι στη ζωή σου
κι έκανες ανθρώπους υγιείς
μέσ’ από τη ψυχή σου.
Σ’ έκανε η Ιατρική
σπουδαίο και μεγάλο
γιατί ’δινες το είναι σου
και με το παραπάνω
Η αρρώστια με τα μάθια μου
ήταν αθιβολή σου
ήθελες νάναι καθαρά
ως ήταν η ψυχή σου
Το πρόβλημα στα μάθια μου
τόκανες και δικό σου
εγιάτρευες μου τσι πληγές
με το χαμόγελό σου
Μου ’λεγες για τα μάθια μου
ποτέ να μη φοβάσαι
τα βλέπω ’γω και ήσυχος,
Μανώλη να κοιμάσαι
Μέσ’ την απελπισία μου
εσήκωνα τα χέρια
και μου ’λεγες, θα γιατρευτείς
απ’ τα δικά μου χέρια
Το πρόβλημα στα μάθια μου
σε είχε επηρεάσει
και μου ’λεγες «μη φοβηθείς
μπόρα ’ναι θα περάσει»
Όσο καλό μου έκαμες
σε όλη τη ζωή σου
τόσες λαμπάδες ν’ ανάψουνε
οι Αγγέλοι στη ψυχή σου
Κι αν μίσεψες και χάθηκες
κι αντίκρισες σκοτάδι
ήλιο θα κάμω τη καρδιά
να ’ρχεσαι κάθε βράδυ
Η απουσία σου πονεί
τα βάθη της ψυχής μου
και η μορφή σου ζωγραφιά
είναι στη θύμησή μου
Ώστε να ζω και στέκομαι
σ’ όποια εκκλησιά περάσω
για τη καλή σου τη ψυχή
λαμπάδα θα σ’ ανάφτω
Έφυγες που ’κανες πολλά
όνειρα να γυρίσεις
στον τόπο που γεννήθηκες
κι είχες χαρές να ζήσεις
Εις του χωριού μας τσι κορφές
δεν θα ξαναπετάξεις
Μανώλη που είχες δύναμη
στους Ουρανούς να φτάξεις
Περήφανο και καθαρό
ήθελες το χωριό σου
με μια σωστή υποδομή
ήτανε τ’ όνειρό σου
Της Μάνας σου Χρυσέ Αετέ
και του Βαχού καμάρι
σημάδι σ’ έβαλε ο Θεός
και ήρθε να σε πάρει
Σε ίντα τόπο να σταθώ
να κλάψω το χαμό σου
που ανήμενα τη συντροφιά
κι όχι το μισεμό σου
Στις τελευταίες σου στιγμές
ήταν κι η αδελφή σου
απού στεκόταν δίπλα σου
ως τη στερνή πνοή σου
Και είδε τον ήλιο της ζωής
να φεύγει από κοντά σου
που όμως δεν τα κατάφερε
να πει του ήλιου στάσου
Μαράθηκε στον κήπο σου
η πιο καλή σου βιόλα
γιατί ’φυγε ο κηπουρός
απού τα πότιζε όλα
Ο εγγονός σου ήτανε
δίπλα σου σαν στολίδι
και σου σιγοψιθύριζε
«παππού καλό ταξίδι».
Έχεις πολλά απ’ τον άντρα σου
Μαίρη μου να θυμάσαι
κι ώσπου να ζεις περήφανη
για όνομίς του θα ’σαι
Κι είναι ο πόνος σου βαρύς
και το συναίσθημά σου
που ’φυγε τέτοιος θησαυρός
για πάντα μακριά σου
Να πας Μανώλη στο καλό
στον πιο μεγάλο τόπο
να δίδεις το παράδειγμα
των πιο καλών ανθρώπων
Και τώρα που στους Ουρανούς
επέταξες Μανώλη
μια αγκαλιά θα σ’ έχουνε
οι γιεδικοί μας όλοι
Στην πόρτα του Παράδεισου
οι Αγγέλοι θα σ’ ανοίξουν
οι γονέοι σου κι η μάνα μου
θα σε καλωσορίσουν
Μίσεψες μα δεν έφυγες
θα σε θυμούμαστε όλοι
κι όσο υπάρχω και θα ζω
θα ζεις κι Εσύ Μανώλη
Το χώμα που σε σκέπασε
και σ’ έχει αγκαλιάσει
να ’ναι αλαφρύ σαν πούπουλο
ποτέ μη σε κουράσει
Μεγάλο άστρο τ’ Ουρανού
να γίνει η ψυχή σου
κάθε βραδιά να το θωρώ
να ξενυχτώ μαζί σου.
ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ
Ο εξάδελφος σου
Μανώλης Σφακιανάκης"