Η σχέση Κράτους και Εκκλησίας
Με αφορμή την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας (Πάσχα 2021), και ενόψει της «φιλολογίας» για το διαχωρισμό «Κράτους-Εκκλησίας», κρίσιμα και χρήσιμα να λεχθούν είναι τα εξής:
Εξ αρχής πρέπει να γίνει σαφές ότι οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας αφορούν ήδη διακριτούς ρόλους, σύμφωνα με τη συνταγματική και έννομη τάξη.
Λάθος είναι ότι πρέπει νομικά να γίνει διάκριση του Κράτους από την Εκκλησία. ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ΜΑΛΙΣΤΑ!
Αυτή η διάκριση, όπως προαναφέρεται, ήδη υπάρχει.
Η όλη ρύθμιση βρίσκεται στα όρια εκκοσμίκευσης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας – οτι δηλαδή ήδη υφίσταται διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας.
Ένα πρόχειρο και απλό παράδειγμα για το μη νομικό είναι ότι: ενώ το Κράτος εκλέγει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι το δικαστικό σώμα, ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος εκλέγει το οικείο σώμα των Ιεραρχών και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο.
Το ίδιο δε συμβαίνει και με τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που υπάγονται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όπως είναι η Εκκλησία της Κρήτης.
Σε επίπεδο Διοίκησης, οι υφιστάμενοι ρυθμιστικοί κανόνες επουδενί ανατρέπουν το δεδομένο:ότι οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους βρίσκονται στα όρια της εκκοσμίκευσης.
Τη θέση δε αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι το Κράτος ενισχύει οικονομικώς την Εκκλησία, με κυρίως αναφορά στη μισθοδοσία του Ελληνορθόδοξου κλήρου.
Στο σημείο αυτό χρήσιμα είναι να λεχθούν και τα εξής:
ΙΕΡΟΚΡΑΤΊΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΟΚΡΑΤΊΑ
Βεβαίως, στη θεωρία και στην πράξη, ως προς τη σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας υπάρχουν αρκετές διακρίσεις. Σε γενικές γραμμές, ως «ακραία εκδοχή», μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της Ιεροκρατίας και της Πολιτειοκρατίας. Σύμφωνα με τα συστήματα αυτά είτε το Κράτος, δηλαδή η Πολιτεία, ασκεί κυριαρχία επί της Εκκλησίας, είτε αντιθέτως η Εκκλησία ή άλλως η Θρησκεία επιδρά στη μορφή του πολιτεύματος και κατ’ ουσίαν στα πολιτικά, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Το σύστημα απόλυτου διαχωρισμού του Κράτους από την Εκκλησία, στο πλαίσιο όμως του σύγχρονου νομικοπολιτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, συνεπάγεται ότι το Κράτος δεν είναι αδιάφορο, αλλά προδήλως ουδέτερο έναντι της Εκκλησίας και συνεπώς ουδέτερο έναντι των εσωτερικών θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων. Εγγυάται όμως τη θρησκευτική ελευθερία.
Ειδικότερα στο πλαίσιο του σύγχρονου πολιτισμού, πρέπει να γίνει σαφές ότι ακόμη και στο ενδεχόμενο του απόλυτου «χωρισμού», το Κράτος αναγνωρίζει στις μείζονες θρησκευτικές κοινότητες (στις λεγόμενες γνωστές θρησκείες) αυξημένο κύρος και κρατική προστασία έναντι των λοιπών «θρησκευτικών κοινοτήτων».
Ένα απλό παράδειγμα: Με βάση το Ελληνικό Σύνταγμα το «ΚΕΝΤΡΙΚΌ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΌ ΣΥΜΒΟΎΛΙΟ» αποτελεί ΝΟΜΙΚΌ ΠΡΌΣΩΠΟ ΔΗΜΟΣΊΟΥ ΔΙΚΑΊΟΥ, όπως και η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Υπ’ όψιν δε ότι η Ελληνική συνταγματική και έννομη τάξη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εγκαθιδρύει την ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΙΑ ως υπέρτατο έννομο αγαθό. Αφορά δε σκληρό πυρήνα του νομικού μας πολιτισμού, καθόσον η διάταξη αυτή δεν αναθεωρείται.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΉ ΠΕΡΙΟΥΣΊΑ
Πέραν των προαναφερομένων, άξια αναφοράς είναι τα περί εκκλησιαστικής περιουσίας που εγείρουν συνήθως ζητήματα «κριτικής». Στο πλαίσιο του παρόντος περιγράμματος μπορούν να τεθούν επιγραμματικώς υπ’ όψιν τα εξής:
Από την περίοδο του Όθωνα, που αφορούσε από καθέδρας παρέμβαση αλλοεθνών και προτεσταντών επί της κρατούσας θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, στο χρόνο της παλιγγενεσίας και του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, υπήρξε πραγματική άλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας με τα Βασιλικά Διατάγματα του 1833 και 1834.
Η άλωση δε αυτή επεκτάθηκε το 1836 με ευρύτερες απαλλοτριώσεις, όσης εκκλησιαστικής περιουσίας είχε απομείνει.
Προς αποφυγή μακρών ιστορικών καταγραφών, μπορεί να γίνει (επιλεκτικώς) αναφορά στην «Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη». Και τούτο γιατί η Μονή αυτή δώρισε ακίνητά της επί των οποίων έχουν ανεγερθεί κρατικά Νοσοκομεία, Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και άλλοι αξιόλογης αποστολής Κοινωνικοί Οργανισμοί.
...ΚΙ ΑΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ;
Παράδειγμα, και μόνο όσον αφορά τα ακίνητα της «Μονής Πετράκη», υπ’ όψιν ότι λόγω δωρεάς, έχουν ανεγερθεί:
το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», το «Αιγινήτειο» Νοσοκομείο, το «Αρεταίειο» Νοσοκομείο, το «Ασκληπιείο Βούλας», το Νοσοκομείο «Παίδων», το Νοσοκομείο «Λαϊκό», το Νοσοκομείο «Σωτηρία», το Νοσοκομείο «Συγγρού», το «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο. Επίσης έχει ανεγερθεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Ακαδημία Αθηνών, οι Αστυνομικές Σχολές στη Μεσογείων, η Μαράσλειος Ακαδημία, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Γηροκομείο Αθηνών, το ΠΙΚΠΑ Βούλας, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το Πτωχοκομείο κ.ά.
ΥΠΟ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΝΤΟΤΕ...
Ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, προφανώς ανακύπτουν «ζητήματα» ως προς την οικονομική διαχείριση και τους σκοπούς που η Εκκλησία πρέπει να υπηρετεί. Για το ζήτημα αυτό επιβάλλεται στην πράξη να ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ από την Εκκλησία ότι ΥΠΗΡΕΤΕΙ το ιδιαίτερο καθήκον της, ώστε, ειδικώς σε περίοδο κρίσεων, εμπράκτως να επεμβαίνει, στηρίζοντας όσους δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίνη». Επ’ αυτού δε του ζητήματος θα ασκείται πάντοτε κριτική!...
ΥΠ’ ΌΨΙΝ ΤΈΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΞΉΣ:
Όποιος αμφισβητεί το νομικοπολιτικό και κοινωνικό status της ήδη υπάρχουσας διακριτής σχέσης Κράτους και Εκκλησίας ευρίσκεται έξω από τις ευαισθησίες, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας!
Παραλλήλως, η Εκκλησία θα πρέπει, ως προεκτίθεται, να αποδεικνύει ότι προέχει το Ιεραποστολικό καθήκον της και η προσφορά της στον αδύναμο, στο φτωχό και στον άρρωστο...
* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).