«Η Ριρίκα», ο Συνθέτης, η Οπερέτα
Ο Στάθης Μάστορας γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1893 στην Κέρκυρα και ήταν ο πρωτότοκος γιός του Μιχάλη Μάστορα, δάσκαλου της μουσικής, ιδρυτή και διευθυντή της φιλαρμονικής ορχήστρας της πόλης της Κέρκυρας «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ».
Η μητέρα του Μαργαρίτα, το γένος Λογοθέτη, καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ο αδελφός της ήταν εφοπλιστής, με έδρα την Οδησσό της Ρωσίας, και στόλο είκοσι περίπου πλοίων. Ο Στάθης Μάστορας, πολύ μικρός εμφάνισε την κλήση του στα μαθηματικά και το ταλέντο του στην ποίηση, ιδιαίτερα όμως στη μουσική. Εννιά χρονών, θα μου διηγηθεί η αδελφή του, παίζει φλάουτο στη Φιλαρμονική της Κέρκυρας, τελευταίος στην σειρά στη παρατεταγμένη ορχήστρα. Από μικρός μαθαίνει πιάνο και θα γίνει ευρύτερα γνωστός σαν Συνθέτης και Πιανίστας, συγχρόνως παίζει φλάουτο, μαντολίνο, κιθάρα και βιολί. Η οικογένεια του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη μόρφωσή του, αλλά και την εκμάθηση ξένων γλωσσών, αφού τον προόριζε, σαν πρωτότοκο, να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση στην Οδησσό, που διαχειριζόταν ο θείος του, ο οποίος όμως, δεν είχε αποκτήσει απογόνους. Στο σπίτι η οικογένεια μιλούσε, όπως πολλές οικογένειες στα Επτάνησα, Ιταλικά που αποτελούσαν, μαζί με τα ελληνικά, τη δεύτερη μητρική του γλώσσα. Σπούδασε σε γαλλικό σχολείο, με δεύτερη γλώσσα τα αγγλικά και συγχρόνως διδάχτηκε ρώσικα και γερμανικά, γλώσσες απαραίτητες για το επάγγελμα που τον προόριζαν. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δεκαεπτά χρονών, ταξιδεύει στην Οδησσό, κοντά στο θείο του, για να εκπαιδευτεί, πριν αναλάβει τη διοίκηση της εφοπλιστικής επιχείρησης. Τα ενδιαφέροντα όμως του Στάθη Μάστορα ήταν διαμετρικά αντίθετα με τις επιθυμίες και προσδοκίες της οικογένειας. Δεν ήταν προορισμένος, όπως θα ‘λεγε ο Καββαδίας
……………..
σκυμμένος σε ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
να κάνει αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Οι δύο Μούσες, η Ερατώ της ποίησης και η Ευτέρπη της μουσικής, όπως οι Σειρήνες τον Οδυσσέα, αλλά και η αγάπη του για τα μαθηματικά, τον καλούν πίσω στην πατρίδα, και αυτός, σε αντίθεση με τον Οδυσσέα, θα υποκύψει. Ο έρωτας για τη μουσική και η αγάπη για τα μαθηματικά, τον ωθούν να αποποιηθεί την τεράστια περιουσία και να επιλέξει το δύσκολο και μοναχικό στενοσόκακο της μάθησης. Πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος, τηλεγραφεί στους γονείς του, να τον εγγράψουν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φυσικομαθηματική σχολή. Στην επιχείρηση, θα τον αντικαταστήσει ο μικρότερος αδελφός του, Κώστας Μάστορας, νέος «προσγειωμένος», χωρίς ιδιαίτερη κλήση στη μουσική, με τα ενδιαφέροντα του να επικεντρώνονται στο εμπόριο. Άλλωστε το μέλλον της επιχείρησης θα αποδειχθεί βραχύ. Έξι χρόνια μετά, το 1917 μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, τα πλοία θα κατασχεθούν, και ο εφοπλιστής Λογοθέτης μαζί με τον ανιψιό του θα απελαθούν, από την επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων και θα επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Ο Στάθης Μάστορας, συγχρόνως με τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, θα σπουδάσει και σύνθεση, στο Ωδείο Αθηνών, με καθηγητή τον μεγάλο μας μουσουργό Μανώλη Καλομοίρη. Θα καταταγεί στο στρατό, ως μουσικός τον Νοέμβριο του 1913 και θα απολυθεί το Νοέμβριο του 1919 από τη «Μουσική Φρουρά Αθηνών». Το έτος 1920 θα μεταβεί στην Ιταλία για ένα χρόνο, στη Νάπολη, για να συμπληρώσει τις σπουδές του στη σύνθεση. Το Μάρτη του 1921 επιστρατεύεται, για δεύτερη φορά, λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας, και θα απολυθεί τελικά το Σεπτέμβριο του 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Συγχρόνως με την πολυετή στρατιωτική θητεία του, θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Ωδείο.

Την εποχή που ξεκινά την καριέρα του, σαν μουσικός ο Στάθης Μάστορας το 1922, η Οπερέτα είναι μόδα στην Αθήνα. Ενώ έγινε γενικότερα γνωστή σαν Βιενέζικη Οπερέτα, γεννήθηκε όμως στο Παρίσι. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Γερμανικός ρομαντισμός, που είχε απλωθεί στη Ευρώπη, έπνεε τα λοίσθια. Ο Γάλλος συγγραφέας και ποιητής Σαρλ Μπωντλαίρ θα πει: « … ο ρομαντισμός είναι τέκνο του βορρά. Τα όνειρα και τα εξωτικά είναι παιδιά της ομίχλης…». Στο Παρίσι έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια ανάλαφρη και περισσότερο αισιόδοξη ατμόσφαιρα που επιδρά σε όλες τις τέχνες και την επιστήμη. Η γέννηση μιας τεχνοτροπίας, ενός στυλ, ενός είδους μουσικής δεν είναι βέβαια στιγμιαία, αλλά, σχεδόν πάντα, μακρόχρονη διαδικασία. Στη ζωγραφική κάνει τα πρώτα του βήματα ο ιμπρεσιονισμός, όνομα που έδωσαν οι τεχνοκριτικοί από τον πίνακα του Κλωντ Μονέ Impression (εντύπωση). Κύριο χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού στη ζωγραφική είναι τα ζωντανά χρώματα – κυρίως με χρήση των βασικών χρωμάτων – οι συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, συχνά από ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και η έντονη αναπαράσταση του φωτός και της σκιάς. Παράλληλα αρχίζει να διαμορφώνεται η ατμόσφαιρα της «Μπελ Επόκ» - «χρυσής εποχής» - που επικράτησε αρχικά στο Παρίσι, γρήγορα όμως απλώθηκε σε άλλες Ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις και φυσικά στη Βιέννη. Ο κόσμος απαιτούσε χαρούμενα και περισσότερο εύπεπτα μουσικά ακούσματα. Η «βαριά» Γερμανική όπερα του Βάγκνερ, που κυριαρχούσε, αλλά ακόμα και η Ιταλική «Μπελκάντο» δεν πληρούσαν βέβαια τις προϋποθέσεις αυτές. Έτσι γεννήθηκε η Οπερέτα. Το όνομά της είναι υποκοριστικό της Όπερας, δηλαδή, – στα Ιταλικά – η μικρή Όπερα. Η Μπελ Επόκ, ο Ιμπρεσιονισμός και η Οπερέτα, αρχίζουν σχεδόν ταυτόχρονα τη διαδρομή τους, στα μέσα του 19ου αιώνα, στο Παρίσι και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Την διαύγεια της σύνθεσης, την εύθυμη διάθεση, την αισιόδοξη ατμόσφαιρα. Πατέρας της οπερέτας είναι ο Ζακ Όφενμπαχ (Jacques Offenbach) ψευδώνυμο του Γερμανού συνθέτη Jsaak Juda Eberst, που ζούσε στο Παρίσι. Την πρώτη Οπερέτα «Ο Ορφέας στον Άδη», θα παρουσιάσει ο Όφενμπαχ τον Οκτώβριο του 1858 στο Παρίσι, στο Théâtre des Bouffes-Parisiens. Πρόκειται για την εμβληματικότερη ίσως γαλλική οπερέτα. Η πρεμιέρα της και οι διακόσιες είκοσι οκτώ επαναλήψεις που ακολούθησαν σημείωσαν θριαμβευτική επιτυχία, προκαλώντας όμως παράλληλα τη σφοδρή δυσαρέσκεια των ακαδημαϊκών και επίσημων μουσικών κύκλων, λόγω της διακωμώδησης του αρχαίου μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Αντίστοιχος είναι ο θόρυβος που συνόδευσε την Οπερέτα, κατά τις πρώτες της αθηναϊκές εμφανίσεις, στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Εκτός από τον αισθησιασμό και την ελευθεριότητα της γαλλικής οπερέτας που σκανδάλισαν το κοινό, οι αρχαιολάτρες πρόγονοί μας παρακολούθησαν με αποτροπιασμό τους σεπτούς "θεούς του Ομήρου" να χορεύουν επί σκηνής ξέφρενο καν-καν. Ο Όφενμπαχ θα συνεχίσει με τις οπερέτες «Η Παρισινή ζωή», «Η ωραία Ελένη», «Η Περισόλ» και άλλες. Μετά το Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870 – 1871 και την ήττα των Γάλλων, ο Όφενμπαχ, σα Γερμανός, θα χάσει την συμπάθεια του Γαλλικού κοινού και θα εγκαταλείψει τη Γαλλία. Η Οπερέτα θα συνεχίσει την πορεία της, και θα αποκτήσει παγκόσμια αναγνώριση, στη Αυτοκρατορική Βιέννη, πρωτεύουσας της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Τo ρυθμό και το χορό CAN - CAN του Όφενμπαχ θα αντικαταστήσουν οι Πόλκες, τα Βαλς και οι Ουγγαρέζικοι – τσιγγάνικοι – Τσάρδας ρυθμοί της Βιενέζικης Οπερέτας. Πολλοί Αυστριακοί και Ούγγροι μουσικοί θα συνθέσουν θαυμάσιες Οπερέτες και οι μελωδίες τους θα μαγέψουν το φιλόμουσο κοινό, στην Ευρώπη και το Νέο Κόσμο. Ο Καρλ Μιλέκερ με το «Ζητιάνο Φοιτητή», ο Φραντς φον Σουπέ με το «Βοκάκιο», ο Καρλ Τσέλερ με τον «Έμπορο Πουλιών», ο Φραντς Λέχαρ με την «Εύθυμη Χήρα», ο Έμεριχ Κάλμαν με την «Πριγκίπισσα της Τσάρδας», ιδιαίτερα όμως η οικογένεια των Στράους, και ειδικότερα ο Γιόχαν Στράους υιός, θα συνθέσουν Οπερέτες που θα κατακλίσουν τους Ευρωπαϊκούς Μουσικούς Οίκους και θα αποκτήσουν ευρύ, φανατικό κοινό. Ο Γιόχαν Στράους υιός, θα συνθέσει δεκάδες Οπερέτες, μεταξύ αυτών το «Βαρόνο Ατσίγγανο» (Zigeunerbaron) και τη «Νυχτερίδα» (Die Fledermaus) που παραμένουν μέχρι σήμερα δημοφιλείς και οι μελωδίες τους δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις Ιταλικές Όπερες Μπελκάντο. Και η Εθνική Λυρική Σκηνή, εγκαινιάστηκε στις 5 Μαρτίου του 1940, με παράσταση της οπερέτας του Γιόχαν Στράους "Νυχτερίδα".

Ετεροχρονισμένα οι Παρισινές και Βιεννέζικες Οπερέτες θα έλθουν και στην Ελλάδα. Τα Επτάνησα, η Αθήνα, η Πάτρα και η Σύρος θα γίνουν κέντρα της πρωτοεμφανιζόμενης Οπερέτας, καθώς διαθέτουν μουσικά θέατρα και μυημένο στο μελόδραμα κοινό. Ο Ιωάννης Παπαϊωάννου, ηθοποιός και θιασάρχης, δημιουργεί τον πρώτο, αποκλειστικά οπερετικό θίασο που αφού ανεβάζει επιτυχώς πολλές γαλλικές και αυστριακές οπερέτες, στην πορεία ανεβάζει ελληνικές με πρώτη το "Σία κι αράξαμε" του Σακελλαρίδη στις 8 Μαΐου 1909. Η Οπερέτα αυτή, θεωρείται η πρώτη ελληνική, και ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης (Ο Βαφτιστικός) μαζί με τον Νίκο Χατζηαποστόλου (Απάχηδες των Αθηνών) οι πατέρες της ελληνική Οπερέτας. Πολλοί θα ακολουθήσουν. Ο Διονύσιος Λαυράγκας, Σπυρίδων Σαμάρας, ο Αττίκ, ο Κώστας Γιαννίδης, ο Χρήστος Χαιρόπουλος και πολλοί άλλοι. Υπολογίζεται ότι από το 1910 – 1940 ανεβαίνουν σε Ελληνικά Θέατρα 1000 Ελληνικές και ξένες Οπερέτες.
Ο Στάθης Μάστορας ανήκει στη δεύτερη γενιά των ελλήνων Συνθετών Οπερέτας. Μετά τη στρατιωτική του θητεία το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή, θα μεταβεί, με την ιδιότητα μαέστρου του μουσικολυρικού Θιάσου του Ν. Πλέσσα, για πέντε περίπου χρόνια στην Αίγυπτο, όπου ανθεί η Ελληνική παροικία. Χαρακτηριστικοί αντιπρόσωποι της ακμάζουσας παροικίας, στην οικονομία είναι, ο Μπενάκης, ο Σιβιτανίδης, ο Στουρνάρας – κατοπινοί εθνικοί ευεργέτες – και πολλοί άλλοι, αλλά και στην τέχνη, ο μεγάλος νεοέλληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης. Εκεί θα δώσει συναυλίες, και θα παραδώσει μαθήματα Πιάνου και Μαντολίνου. Στο απαιτητικό, κοσμοπολίτικο κοινό της Αιγύπτου, θα παρουσιάσει την πρώτη του Οπερέτα «ΜΙΡΑΝΤΑ», που θα εντυπωσιάσει, ενώ θα ακολουθήσει «Πολυνερίου το Ανάγνωσμα … Πρόσχωμεν» σε δικό του λιμπρέτο και άλλες. Εκεί θα εκδώσει και τις δυο ποιητικές συλλογές του «ΠΝΟΕΣ» και «ΤΙΠΟΤΕ». Επιστρέφοντας το 1927 στην Αθήνα θα συνεχίσει την ενασχόληση του με τη σύνθεση. Από το 1922, επισημαίνουμε ότι ο νεαρός συνθέτης ήταν μόλις 28 ετών, μέχρι το 1928 θα επιδείξει σπάνιο δημιουργικό οίστρο, συνθέτοντας σε πέντε περίπου χρόνια 15 Οπερέτες. Επισημαίνουμε ότι ο νεαρός συνθέτης ήταν μόλις 28 ετών. Μερικές από τις Οπερέτες που συνέθεσε: «Ησαΐα χόρευε» (1928), "Ροκοκό", "Γιός του ίσκιου" (σε κείμενο Σπ. Μελά), «Η Κα Τσιτσιμπύρα», "Τ’ αδελφάκι ο Λάβρακας", "Παραχαράκτες" (σε κείμενο Τ. Μωραϊτίνη), "Ο στρατηγός Μπομπάρδας", "Πιπίτσα" "Ρόζα" και άλλες. Δημοφιλέστερη όλων θα αναδειχθεί "Η Ριρίκα μας" και η επιτυχία της πρωτοφανής. Το 1977, ο Αλέκος Σακελάριος, σε αφιέρωμα του στο Στάθη Μάστορα, στην Καθημερινή, θα γράψει:
Ριρί, Ριρί, Ριρίκα,
Εσύ σαι πράμα, παιδί μου γερό,
Αχ όποιος νοιώσει του φιλιού σου λίγη γλύκα
Θα το θυμάται Ριρίκα για καιρό!

Οι αφελείς αυτοί στίχοι της περίφημης «Ριρίκας» χαλάσανε κάποτε τον κόσμο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει και άλλο ελληνικό τραγούδι που να γνώρισε μια τόσο μεγάλη εμπορική επιτυχία και, φυσικά, όλη αυτή την επιτυχία που έκανε η Ριρίκα, δεν την χρωστά στους παιδαριώδεις στίχους της. Την χρωστάει στην εύθυμη, πεταχτή και χαριτωμένη μουσική της, που την έγραψε ένας … καθηγητής των Μαθηματικών. Γιατί καθηγητής των Μαθηματικών ήτανε ο Συνθέτης της Στάθης Μάστορας, που σε μια εποχή που το ελαφρό μας τραγούδι έπασχε από ανίατη μελαγχολία και ασφυκτιούσε στον αυστηρό ρυθμό του ταγκό, έκανε την επανάσταση του με αυτό το χαρούμενο «κάτι άλλο», που ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα για τον κόσμο εκείνου του καιρού.
Ο Αλέκος Σακελάριος, ο Αρτέμης Μάτσας, καθώς και άλλοι παράγοντες του θεάτρου και της μουσικής, θα συνεχίσουν να αρθρογραφούν με θέμα την τραγική ζωή και το έργο, του σχεδόν ξεχασμένου, δημιουργού πολλών επιτυχημένων Οπερέτων του Μεσοπολέμου. Άλλωστε, και ο Μίκης Θεοδωράκης, θα συμπεριλάβει το τραγούδι της «Ριρίκας», στη μουσική του έργου «Αλέξης Ζορμπάς», σαν Σουξέ της Μαντάμ Ορτάνς.
Παρά την καθιέρωση του, σαν μουσικού οπερέτας, και τη μεγάλη εμπορική επιτυχία της «Η ΡΙΡΙΚΑ ΜΑΣ», μεγαλύτερη και από τις επιτυχίες των, Χατζηαποστόλου με τους «ΑΠΑΧΗΔΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ» και Θεόφραστου Σακελλαρίδη με το «ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΟ», θα εγκαταλείψει τη μουσική του σταδιοδρομία για λόγους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς.
Η Ελλάδα του μεσοπολέμου είναι σε άθλια οικονομική κατάσταση. Περίπου δυο εκατομμύρια πρόσφυγες μόλις την έχουν κατακλύσει και τα προβλήματα τους διογκώνουν τα υπάρχοντα της εξαθλιωμένης, από τη Μικρασιατική καταστροφή, χώρας. Η οπερέτα στην Ευρώπη αρχίζει να φθίνει και στην Ελλάδα, που δεν διέθετε και σοβαρή παράδοση, επήλθε ήδη ο κορεσμός. Η μουσική της ανατολής, οι αμανέδες της Σμύρνης και το μπουζούκι δυναμικά μπαίνουν στη ζωή των Ελλήνων. Τα σκοτεινά καταγώγια «με καπνούς και με βρισιές», η χρήση απαγορευμένων ουσιών, τα απαγορευμένα τραγούδια θα αντικαταστήσουν το λαμπερό παλκοσένικο και τα φώτα της ράμπας. Το βιολί και το πιάνο θα αντικατασταθεί από το μπουζούκι και τον μπαγλαμά. Το επάγγελμα του μουσικού θα απαξιωθεί. Θα περάσουν αρκετά χρόνια, μέχρι ο Χατζηδάκης και ο Θεοδωράκης, να δώσουν λάμψη στο νέο είδος τραγουδιού και στο μπουζούκι, αναβαθμίζοντας το σε ορχηστρικό όργανο. Συγχρόνως, μια καινούργια τέχνη, η έβδομη, εμφανίζεται και στην Ελλάδα και σαν Νέα είναι εγωιστικά απαιτητική. Τα κινούμενα ανθρωπάκια σε μια λευκή οθόνη, στην αρχή βουβά με υπότιτλους και κατόπιν ομιλούντα, προσελκύουν και σαγηνεύουν το φιλοθέαμον κοινό. Η διασκέδαση των επόμενων δεκαετιών, μέχρι και σήμερα, θα έχει τη βάση της στην καινούργια αυτή τέχνη. Η Οπερέτα περιέρχεται αναπόφευκτα σε οριστικό μαρασμό, γενικότερα στην Ευρώπη, και ειδικότερα στην Ελλάδα που δεν διαθέτει άλλωστε παράδοση.
Παράλληλα με το διαφοροποιημένο περιβάλλον και η ζωή του μουσικού Στάθη Μάστορα δεν ήταν, ό,τι ακριβώς ονειρευόταν γι αυτόν, η συντηρητική, λόγω καταγωγής, μητέρα του. Οι περιοδείες στην Ελλάδα με το θίασο και την ορχήστρα του, η μακρόχρονη παραμονή του στην Αίγυπτο, η άστατη, σπάταλη, μποέμικη ζωή του ανάμεσα σε ηθοποιούς, χορεύτριες μπαλέτου, και τραγουδίστριες, δεν αποτελούν εγγύηση για ένα ασφαλές μέλλον. Η μητέρα του φορτικά θα τον πιέσει να εγκαταλείψει την καριέρα του μουσικού, και να ακολουθήσει του καθηγητή, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφαλίσει μια ήρεμη, σίγουρη και κοινωνικά αποδεκτή, επαγγελματική ενασχόληση. Η αδυναμία προς την μητέρα του, πιθανόν όμως και οι διαφοροποιημένες αντικειμενικές συνθήκες, όπως περιγράφονται παραπάνω, τον ωθούν να ακολουθήσει τη μητρική συμβουλή. Σαν γνωστός καλλιτέχνης, θα διοριστεί στο Πρακτικό Λύκειο Αθηνών, «που ήταν προθάλαμος των πανεπιστημιακών καθηγητών», όπως γράφει ο μαθητής του Μ. Στρατάκης. Τα «κιτάπια» της μοίρας όμως άλλα γράφουν για τον Στάθη Μάστορα. Άλλωστε πώς να μπει σε καλούπι η φουρτουνιασμένη ζωή του καλλιτέχνη, ή για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός άλλου ποιητή «πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σκοινιά?». Ο ευνοϊκός διορισμός του στο Πρακτικό Λύκειο Αθηνών, δημιουργεί προσωπικές αντιζηλίες, και κατόπιν πιέσεων ο Στάθης Μάστορας θα μετατεθεί στο Πλωμάρι της Μυτιλήνης. Με τις συγκοινωνιακές συνθήκες και της συνθήκες ζωής της εποχής, η μετάθεση στη Μυτιλήνη ισοδυναμούσε με εξορία. Εκεί, όπως θα πει ο Μ. Γιαμαλάκης, απαγγέλλοντας το ποίημα που έγραψε στο Πλωμάρι το 1933 ο Στάθης Μάστορας, «ο ποιητής, μέσα από την ταραγμένη του ζωή αγωνίζεται να βρει την εσωτερική του γαλήνη, την οποία αναζητά μέσα από τις μελαγχολικές και απαισιόδοξες υπαρξιακές του αγωνίες».
Της θάλασσας το ακύμαντο γαληνεμένο σιάδι,
Καράβι γοργοτάξιδο με μια γραμμή χαλά
Και της ψυχής που ημέρεψε το ολόστρωτο μαγνάδι,
Ελπίδα διαβατάρικη χαράζει απαλά.
Καράβι χρυσοφτέρουγο βρες μια γωνιά να αράξεις,
να γαληνέψει το νερό να σβήσουν οι αφροί
και συ ελπίδα μάγισσα να μην ξαναταράξεις,
της λησμονιάς το σκέπασμα που ‘χει η ψυχή μου βρει.
Μετά από δυο χρόνια, θα μετατεθεί, σε ευνοϊκότερη θέση, στο Γυμνάσιο της Σύρου, όπου έχει εν τω μεταξύ μετακομίσει η οικογένεια Μάστορα. Πριν φύγει, θα αποχαιρετήσει με το ποίημα του «ΦΕΥΓΩ», της Ταρσανοπούλες στο Πλωμάρι.
Φεύγω Ταρσανοπούλες μου, μισεύω από κοντά σας
και επάρατη τον τόπο σας ίσως για πάντα εγώ.
μα όπου βρεθώ κι όπου σταθώ θα λέω για τ’ όνομα σας
για τα στενά που διάβηκε το βήμα μου το αργό.
Ο κόσμος κι αν με πίκρανε εγώ τα βάσανα μου
Τα ξέχασα, τα πέταξα σε απόκρυφες μεριές,
Και βρήκα την παρηγοριά σε σένα Ταρσανά μου,
Στη ρούγα και στη θάλασσα και στις κλεφτές ματιές.
Και σεις, Ταρσανοπούλες μου, κρατήστε στην καρδιά σας,
Και μην ποτέ ξεχάσετε ένα άνθρωπο σκυφτό,
Που διάβαινε τα δειλινά από το μαχαλά σας
Και φεύγει και σας χαιρετά με το τραγούδι αυτό.

Όμως ούτε στη Σύρο, θα στεριώσει. Θα μετατεθεί δυσμενώς στην Άνω Βιάννο. Το Δημοτικό Συμβούλιο της Σύρου, σε απόφαση του στις 12.5.1986, θα δώσει σε μια οδό στη πόλη της Σύρου το όνομα του, και αναφέρεται στους λόγους μετάθεσης: «Η οδός από οικία … μέχρι … να ονομαστεί οδός ΣΤΑΘΗ ΜΑΣΤΟΡΑ. Ο Στάθης Μάστορας ήταν καθηγητής μαθηματικών στο τότε Γυμνάσιο Θηλέων Σύρου. Παράλληλα όμως υπήρξε συνθέτης δημοφιλέστατων τραγουδιών ελαφράς μουσικής και οπερετών που άφησαν εποχή. Ανάμεσα σ’ αυτές η πασίγνωστη ‘Ριρίκα’, ‘Πιπίτσα’ κλπ. Ένα άτυχο επεισόδιο με μια μαθήτρια του, το οποίο αντιμετωπίστηκε πολύ αυστηρά από την τότε Συριανή κοινωνία, προκάλεσε την μετάθεση του στην Κρήτη όπου τον βρήκε η εχθρική κατοχή. Εκτελέστηκε στη Βιάννο από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής». Το «ατυχές επεισόδιο» θα γίνει αφετηρία μακροχρόνιας δικαστικής αντιδικίας, μέχρι να εξαντληθούν όλες οι δικαστικές βαθμίδες. Συνολικά τρεις φορές θα απολυθεί και επαναπροσληφθεί ο Στάθης Μάστορας, ανάλογα με την εκάστοτε δικαστική απόφαση, μέχρι τη τελική δικαίωση του από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Τελευταία φορά, όταν ήταν καθηγητής στη Βιάννο. Το 1941 η ελληνική κυβέρνηση Τσουδερού και ο Βασιλιάς Γεώργιος αρχικά καταφεύγουν στην Κρήτη, στις 23 Απριλίου, μια εβδομάδα σχεδόν πριν την πτώση της Αθήνας στους Γερμανούς και ένα μήνα αργότερα, στις 24 Μαΐου, με την απώλεια της Κρήτης θα περάσουν στην Αίγυπτο, δημιουργώντας την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Ο Στάθης Μάστορας, με εκκρεμούσα την οριστική δικαστική απόφαση, θα φύγει από τη Βιάννο με τα πόδια, λόγω έλλειψης άλλου μεταφορικού μέσου, και θα πάει στα Χανιά. Εκεί θα συναντήσει γνωστό του Υπουργό, και θα τον παρακαλέσει να μεριμνήσει για την επιτάχυνση της τελεσίδικης, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, απόφασης. Η γυναίκα του έγκυος οκτώ μηνών, στο πρώτο τους παιδί, δεν θα έχει επαφή μαζί του όλο το μήνα Μάιο, κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, και θα τον θεωρήσει νεκρό. Και η γυναίκα αυτή έχει χάσει διαδοχικά τον αδελφό της στον Αλβανικό πόλεμο (Νοέμβρη του 1940) και το γαμπρό της στην οπισθοχώρηση (Μάρτιος 1941). Μετά από ένα μήνα θα εμφανιστεί και πάλι ξυπόλυτος, αφού τα παπούτσια του δεν άντεξαν το δρόμο μέχρι τα Χανιά και την επιστροφή. Τραγική μοίρα, για έναν άνθρωπο, από εύπορη οικογένεια, που πριν λίγα χρόνια τον αποθέωναν στα διάφορα μουσικά θέατρα, τον ικέτευαν, μετά την επιτυχία της Ριρίκας, να συνθέσει και άλλες Οπερέτες, και τα τραγούδια του ακούγονταν σε όλη την Ελλάδα και την παροικία της Αιγύπτου. Η ευνοϊκή για αυτόν, τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας θα έλθει, συγχρόνως με τη γέννηση του πρώτου παιδιού του. Η χαρά του βέβαια, που επισκιάζεται από τη Γερμανική κατοχή, θα έχει μικρή διάρκεια. Δυο χρόνια μετά, στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, θα εκτελεστεί, με άνανδρο τρόπο από τους Ναζί κατακτητές, στο ολοκαύτωμα της Βιάννου. Μαζί του θα εκτελεσθούν άλλοι 400, σε μια σχεδόν πρωτόγνωρη επίδειξη φασιστικής βίας, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Συνθετικά ερμηνεύοντας λεπτομέρειες της ζωής του, που είτε ρωτώντας μέλη της οικογένειας, είτε τυχαία περιήλθαν στην αντίληψη μου, συμπεραίνω ότι ο Στάθης Μάστορας δεν ήταν ποτέ ευτυχής σαν καθηγητής, χωρίς βέβαια να υπονοώ πως δεν ήταν καλός «δάσκαλος». Αντίθετα μάλιστα, η αναλυτική του ικανότητα, τον βοηθούσε να απλοποιεί σύνθετα μαθηματικά προβλήματα και να τα κάνει κατανοητά στο μέσο μαθητή. Σήμερα ακόμα, μαθητές του, με θεωρητική κατεύθυνση, ενθυμούνται το Πυθαγόρειο Θεώρημα, στην έμμετρη μορφή που τους το δίδαξε ο ποιητής δάσκαλος:
Το εις την υποτείνουσαν τετράγωνον και μόνον
ισούται με το άθροισμα των δυο τετραγώνων,
όπερ αι δυο κάθετοι πλευραί αποτελούσι
και τούτο Πυθαγόρειον Θεώρημα καλούσι.
Ας δούμε τι έγραψαν μαθητές για τον καθηγητή τους. Ο Μανώλης Στρατάκης, Μαθηματικός, Μετεωρολόγος: «Ως καθηγητής – δάσκαλος – ήταν μοναδικός, όπως θυμούνται όλοι οι μαθητές του. Όταν δίδασκε μαγνήτιζε. Η μέθοδος διδασκαλίας που χρησιμοποιούσε ξεχώριζε. Το συγκεκριμένο μάθημα της ώρας, άφηνε την αίσθηση πως τυχαία περιλαμβανόταν σε όσα έλεγε. Η διδασκαλία του αναφερόταν σε πολλά αντικείμενα, ενώ σχεδόν πάντα είχε και μια δόση χιούμορ. …». Ο Κώστας Στεφανάκης, φιλόλογος, θα γράψει γι αυτόν: «Ο Στάθης Μάστορας δεν ήταν μόνο ο άριστος μαθηματικός με τον υπέροχο τρόπο διδασκαλίας του, που θα μείνει ολοζώντανος στη μνήμη όσων ευτύχησαν να παρακολουθήσουν τη διδασκαλία του. Ήταν παράλληλα γνώστης των αρχαίων και των νέων Ελληνικών σε βαθμό που όποιος τον άκουε, σίγουρα θα τον έπαιρνε για ένα καλό φιλόλογο».

Στη Μυτιλήνη, και στην Κρήτη θα συνεχίσει να γράφει ποιήματα, τα περισσότερα θα αποπνέουν πεσιμισμό και μελαγχολία και θα ασχοληθεί με τα μαθηματικά. Την άλλοτε στη Μουσική ολοκληρωτικά δοσμένη δημιουργικότητα του, θα τη στρέψει στη συγγραφή. Στη Βιάννο, στα λίγα χρόνια που έζησε, θα ασχοληθεί με τη θεωρία της μουσικής και θα συγγράψει «Πραγματεία Αντιστίξεως και Φυγής», «Τετράφωνος Αντίστιξης», με τα Μαθηματικά συγγράφοντας βιβλίο «Συμβολή εις την Άλγεβρα» και μελέτη «Γενίκευσης της Θεωρίας των Διατάξεων και Μεταθέσεων», αλλά και μέθοδο εκμάθησης της «ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ». Επίσης στη Βιάννο συνθέτει, χωρίς να διαθέτει Πιάνο, την – σημαδιακή - Οπερέτα «Καθένας με την τύχη του», σε δικό του λιμπρέτο. Αντίθετα, ο ενεργός μουσικός, ο βιρτουόζος Πιανίστας είχε πεθάνει μέσα του. Μόνο σπάνια σε ιδιαίτερες εκδηλώσεις, θα παίξει πιάνο, μαντολίνο όμως ποτέ. Επτανήσιος καθηγητής μαντολίνου ήταν, όμως ούτε καν οι δικοί του στη Βιάννο το γνώριζαν.
Αμέσως μετά τον πόλεμο, το σπίτι του Στάθη Μάστορα στη Σύρο, το πιάνο, η βιβλιοθήκη του, οι παρτιτούρες του, θα πουληθούν από μακρινούς συγγενείς του, που γνώριζαν τη σκληρή του μοίρα. Η τραγωδία του καλλιτέχνη θα ολοκληρωθεί. Η οικογένεια, για κοινωνικούς λόγους δεν θα προβεί σε οποιεσδήποτε, άσκοπες άλλωστε, ενέργειες. Έτσι με το χαμό του συνθέτη, χάθηκε δυστυχώς, και το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής του δημιουργίας. Πολλά χρόνια μετά, αρχικά ο μαθητής του Μανώλης Στρατάκης, θα περισώσει κάποια ψήγματα της μουσικής του δημιουργίας, ψάχνοντας υπομονετικά στα Παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι, και κατόπιν η κόρη του, ακολουθώντας την ίδια περίπου μέθοδο.
Στον ιστότοπο της, η Εθνική Λυρική Σκηνή, μας πληροφορεί:
Από τη δημοφιλέστατη στην εποχή της οπερέτα του Κερκυραίου συνθέτη Στάθη Μάστορα (1893-1943) είναι σήμερα γνωστό μόνο ένα τραγούδι. Ωστόσο, συνολικά το έργο ανήκει στα πιο γοητευτικά (σε λιμπρέτο Γιάννη Πρινέα), με μουσικοθεατρική δύναμη, διακριτική κοινωνική κριτική και σπαρταριστούς χαρακτήρες. Ο συνθέτης του, που εκτελέστηκε στην Κρήτη από τους Γερμανούς κατά τη σφαγή της Βιάννου το 1943, υπήρξε ένας από τους άδικα ξεχασμένους πρωταγωνιστές της δεύτερης γενιάς συνθετών της ελληνικής οπερέτας.
Προσωπικά δεν γνωρίζω καμιά Οπερέτα, της οποίας το λιμπρέτο, χωρίς μουσική, θα μπορούσε να σταθεί έστω και για μια μέρα σε Θέατρο Πρόζας. Αυτό ισχύει ακόμη και για τη θαυμάσια Οπερέτα «Η Νυχτερίδα» του Στράους, που εκτυλίσσεται, σε στυλ ελληνικής φαρσοκωμωδίας, σε μια βραδιά Καρναβαλιού. Την Οπερέτα, Παρισινή, Βιεννέζικη ή Ελληνική, την χαρακτηρίζει η Μουσικής της και η ευχάριστη, αισιόδοξη αύρα που αποπνέει.
Τελειώνοντας θα ‘λεγα πως, «Ο ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΟΣ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, «ΟΙ ΑΠΑΧΗΔΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ» του Χατζηαποστόλου και πέντε έξι ακόμα οπερέτες, είναι ότι μας απόμεινε από τη βραχύβια λάμψη της ελληνικής οπερέτας. Ανάμεσα σ’ αυτές και «Η ΡΙΡΙΚΑ ΜΑΣ» του Στάθη Μάστορα. Μια μικρή ψηφίδα στο ψηφιδωτό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
*Στις 21 Νοεμβρίου του 1893, γεννήθηκε στην Κέρκυρα ο προικισμένος συνθέτης Στάθης Μάστορας, ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στον Άγιο Βασίλειο Βιάννου, τον Σεπτέμβρη του 1943
*Το κείμενο του Μιχάλη Μάστορα, δημοσιεύτηκε στην "Ηχώ της Βιάννου"