Η Μαθητεία του Θανάτου
Αχ πόσο, πόσο γρήγορα,
Καιρέ, της Νιότης κλέφτη
τα εικοστρία χρόνια μου
επήρες στα φτερά σου!
Οι μέρες φεύγουν βιαστικά,
μα η Νιότη μου δε γεύτη
Τις ομορφιές σου, Άνοιξη,
και τα τριαντάφυλλά σου…
(Τζον Μίλτον)
Ο θάνατος της Χρυσάνθης Ηγουμενίδη μου ’δωσε μια δυνατή σπρωξιά, και βρέθηκα να ανασκαλεύω το φωτογραφικό μου αρχείο…
Αυτό, είναι ο κήπος της περισυλλογής μου, ο κήπος της δικής μου Γεσθημανής. Είναι ο γεωγραφικός τόπος μιας απέραντης πολιτείας που συναντιέμαι με πρόσωπα αγαπημένα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ολοκλήρωσαν το βιολογικό τους κύκλο και μετακόμισαν στην παράδεισο της διαρκούς μνήμης…
Ωστόσο, οι συναντήσεις αυτές έχουν ωδίνες και στεναγμούς και ώρες φορές έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε μια πραγματική αρένα συναισθημάτων.
Χαρές και Λύπες αποτυπωμένες στο φωτογραφικό χαρτί, σ’ ένα αέναο αγώνα επικράτησης. Πότε να νικά η Χαρά και πότε η Λύπη.
Εκεί που λες πως χωρίζονται από αβυσσαλέο μίσος, τις βλέπεις να σφιχταγκαλιάζονται και να γίνονται Χαρμολύπες!
Μα μήπως και ολόκληρη η ζωή μας δεν είναι μια ατέρμονη συναισθηματική τραμπάλα, που άλλοτε μας απογειώνει κι άλλοτε μας πετά στο έρεβος;
Διαβάστε πόσο γλαφυρά και εύστοχα το περιγράφει ο Βιτσέντζος Κορνάρος:
«Ω Ριζικό ακατάστατο,
αναπαμό δεν έχεις,
μα επά κι εκεί σαν πελελό
περιπατείς και τρέχεις.
Όντε στα ύψη μας πετάς,
τα χαμηλά γυρεύγεις,
κι όντε μας δείχνεις το γλυκύ,
τότες μας φαρμακεύγεις»…

Σ’ αυτή, λοιπόν, τη γνώριμη-αγαπημένη μου αρένα, του φωτογραφικού μου αρχείου, βάλθηκα ξανά να ανελώσω την ηρεμία του νιοτοκλέφτη χρόνου.
Κι όπως ανασκάλευα, ένα περίπολο συναισθημάτων με ακινητοποιεί! Ήταν η στιγμή που βρέθηκα αντιμέτωπος με το θάμπος μιας ανεπιτήδευτης τριαδικής γυναικείας ομορφιάς.
Μιας ομορφιάς που είχε πρωταγωνιστές την αρμονία του φυσικού κάλλους. Εμφανώς απούσα η καλλυντική ντόπα, αυτή που στις μέρες μας «κάνει τον ακριβό φτηνό τον άσχημο ερωτάρη κάνει και τον ανήμπορο άντρα και παλικάρι»… για να ξαναθυμηθώ τον Κορνάρο…
Εμφιλοχωρώ στα ενδότερα και αρχίζω να ψηλαφώ το «από μέσα» της φωτογραφίας…
Σαν να βλέπω τον αείμνηστο Δημήτρη Βασιλείου Ραπτάκη, να τσεκάρει τις ερασιτεχνικές-φωτογραφικές του αρετές, βάζοντας στο φωτογραφικό κάδρο την Αγάπη, την μούσα του, πλαισιωμένη με δυο όμορφες Βιαννιτοπούλες.
Θα ήταν (εικάζω) κάποιο καλοκαίρι, κάπου εκεί στα 1953-54, όταν το φωτογραφικό «κλικ» κάποιας YASHICA απαθανάτιζε τις τρεις γοητευτικότατες γυναίκες.
Από αριστερά η Χρυσάνθη Παπαγιάννη-Ηγουμενίδη, που πρόσφατα μάς αποχαιρέτησε και ταξίδεψε στην αιωνιότητα.
Δίπλα της είναι η Αγάπη, σύζυγος του φωτογράφου και, δεξιά, η Χρυσάνθη Κατσαράκη-Αντωνοπούλου, που πρόσφατα μια κακή μοίρα της πήρε βίαια το Νίκο της, το δευτερότοκο γιο της.
Υ.Γ. Το Φωτόγραμμα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Χρυσάνθης Παπαγιάννη-Ηγουμενίδη.
Ως επίλογο επέλεξα την παράθεση των εξαιρετικών απόψεων μιας, από κάθε άποψη, σπουδαίας προσωπικότητας, της Μυρσίνης Ζορμπά, που εκδήμησε σχεδόν ταυτόχρονα με την Χρυσάνθη:
«Ο θάνατος έχει πολιτική και πολιτισμική διάσταση. Δεν είναι πέρασμα, είναι μαθητεία. Δεν είναι ατύχημα, συγκινησιακή απώθηση ή συντριβή. Είναι συναισθηματική αγωγή. Είναι η πιο απαιτητική κοινωνική αλληλεγγύη, είναι μια χρήσιμη εναλλακτική γραμματική τής ζωής, που μπορεί να μας μαθαίνει ποιοι ζουν δίπλα μας και πώς να τους αγαπάμε εγκαίρως. Μια πολιτική οικονομία ανθρώπινης συμβίωσης που αντιστέκεται στον ναρκισσισμό, τη μοναξιά, τον φόβο, τον πανικό και κατοικεί την κουλτούρα της καθημερινής ζωής».
Μανώλης Σπανάκης
Η φωτογραφία είναι από το Αρχείο του Μανώλη Σπανάκη
