Η κόκκινη πατανία…
Ένα ήτονε το νάμι του χωργιού μου, και είναι κι ακόμη, για τη φιλοξενία ντου.
Δεν επόμενε ποτές άθρωπος ξενοχωργιανός, να μην το νε κονέψομε στα σπίθια μας, και ξενομπάτες και πραματευτές, κι ό,τι περασάρηδες κι αν ήτονε. Ετόσονά καλοπίχεροι ήτονε οι χωριανοί μου!
Κι όχι μόνο στο πανηγύρι μας, τ’ Άη Τίτου ανήμερα, μόνο και τσι Πέφτες στα παζάρια,
μα κι ολοχρονίς του χρόνου!!!
Μα σήμερο, είχαμε ανελωμή μεγάλη, και διαφορετική απ τσ’ άλλες φορές... γιατί, μας σε μηνύσανε μαθές οι χωροφυλάκοι,
πως ’θελα επισκεφτεί το χωργιό μας ο βουλευτής του νομού και τση περιφέρειάς μας.
Κι ήπρεπε να το νε φιλοξενήσομε μαθές....
Είπε μας το λοιπόν ο νοματάρχης, πως ετουτοσάς που θα ’ρθει είναι «ο ακρογωνιαίος λίθος του νομού και της κοινωνίας μας»... και να ’χομε το νου μας «να φανούμε αντάξιοι της περιστάσεως»…
Επέσανε τα μούτρα μας χάμαι, γιατί, και δεν εκαταλάβαμε είντα μας είπε, (ο Χατζομιχάλης που ήτονε σάικα πχιά διαβασμένος, είπε πως ήτονε ένα πράμα σα το ρούκουνα τω σπιθιώ μας ο μουσαφίρης, κι ο γέρο Γληγοράκης εκατάλαβε πως ήπρεπε να μαζώξομε όλους τσι τσούρλους απ τη μεσοχωριά, για να μη του κάμομε κακή εντύπωση)... και δε τσοι κάναμε και γούστο όλους ετουτουσάς, γιατί ήτονε μαθές σελέμηδες και χιλέδες, και το χωργιό δεν είχενε ιδωμένο και διάφορο απ ονομίς τως, και δεν εθέλαμε το συναλίκι ντως.
Ως και στην εκκλησά, αντί για καμπάνα, μας είχενε δοσμένη ο Ζουριδότιτος μια παλιά ζάντα απ’ το φορτηγό ντου και τη νε κουρκουνούσαμε για σήμαντρο… Μα ίντα ’θελα κάμομε; Ήτονε μαθές και χρόνια δύσκολα ετοτεσάς και δεν ετόλμα και κιανείς να βγάλει άχνα, μήδε τ’ ασκιανού ντου!!
Εντακάραμε ντελόγο τσι ετοιμασίες, να προλάβομε να ’ναι όλα στην εντέλεια, παρόλο που δεν το νε ρέγομέστανε, ήπρεπε να του κάμομε το ρεμέδιο ντου..
Εσβεστώσαμε τσοι τοίχους στη μεσοχωριά και γύρου γύρου στο τσαρσί, εξεχορτίσαμε τη ρούγα από του Χατζογιώργη το σπίτι ’σαμε το εργοστάσιο του Γιατρού, κι εκειά μπροστά στον Άη Γιώργη, ίδια στο πηγάηδι, εφέρανε οι νοικοκεράδες μια δεκαρά γλάστρες όλες μιας λοής φυτεμένες με κολοκυθόβιολες...
Εκάμαμε και κολάι και βρήκαμε ένα παντιδερό τόπο, σ’ ένα ξέβγορο, και βάλαμε δυό ταβλιά απάνω σ’ άλλο απ’ το πατητήρι του Μαθαιολαμπάκη, και το χωνί απ’ του Ζουρίδη το μύλο, (όπως μας είχενε πωμένο ο νοματάρχης),
για να μα σε βγάλει το λόγο ο βουλευτής…
Το τελευταίο στολίδι το ’φερε ή καλύτερη νοικοκερά του χωριού, η Αγγελική η Ντελάκενα,
μια κόκκινη τριοπατήτηρη πατανία, το καλύτερο προυκί τζη...!
Μα εγούγια μας εκατέχαμε τα καλά τση μοίρας μας...
Ήφταξε κι η Παρασκευή, και συγκούρμουλο το χωργιό περιμέναμε στη πλατεία το βγόδωμα...
Ετοτεσάς δεν υπήρχανε κι αμάξα, και τον ήφερε ο Μπλαβομάτης με το φορτηγό ντου...
Εσταμάτησε το λοιπόν το αμάξι στη πλατέα,
και ως εσταμάτησε, εντάκαρε ο ο Γιώργης ο γουρούνας με τ’ όνομα, και ξεφόρτωνε τσι πραμάθειες και τσι παραγγελιές τω χωργιανώ μας απ τη Χώρα..
Ετόσονα πάσπαρο εσήκωσε το φορτηγό, απού εκατέβηκε κι ο βουλευτής χιλιοδιαολισμένος,
που εγάργιωσε το κοστούμι ντου.
Οι χωργιανοί εντακάραμε να χειροκροτούμε (ας ήθελα το κάμομε κι αλλιώς απού ήτονε παρόντες οι χωροφυλάκοι , και μα σε ξανοίγανε σα το χόντρο),
τω κοπελιώ είχανε δοσμένα σημαιάκια και κρατούσανε, και φωνιάζανε «Ζήτω του Έθνος-Ζήτω και του Βουλευτή»… καθ’ υπόδειξη...
Τέθοια μασκαραλίκια, δε τα θώργιες μήδε στο σινεμά!
Εζορίστηκε ο χαεριλής να ανεβεί στση τάβλες απάνω, κι σαν εβγήκε στο ανάδιο, εντάκαρε τα χαλικουτίστικά ντου, και δεν εκαταλαβαίναμε γρί,
μα δεν είχαμε και την εξά μας να φύγομε.
Τη λύση σε τούτονα το βάσανο, την ήδωκε το κουλούκι του Ζερβογιάννη σαν από μηχανής Θεός!!!
Λυτό εξέχασε το σκύλο ντου ο Γιάννης και αυτός, επήρε στο κυνήγι τσι χοίρους τση Γαλανομαρίας, και τσι όρνιθες του Ρογδάκη του Στελιανού κι εμπήκανε τη μεσοχωργιά… Σύθρηνος εγίνηκε στη πλατέα...!!!
Εξεστελιώσανε οι χοίροι τσι τάβλες, κι εγκρεμίσανε το βουλευτή απ το βήμα, και βγήκανε οι όρνιθες στη κεφαλή ντου και κουρνιάσανε για να σωθούνε απ το σκύλο! Τα ύστερα του κόσμου!
Κι αυτός ντελιασμένος κι απάνω στη ταραχή ντου, εξέχασε με μιας και τσι καλούς του τρόπους και τα πρεπά ντου...
Εντάκαρε ο κόσμος να γελά, και εκράθιε τη κοιλιά ντου να μη κατουρηθεί απ’ τη χαρά ντου για τα τεκταινόμενα...
Εφκέρεσε χάμαι ο βουλευτής, και τον ήκαμε και ολοτσίλαστο ο μικιός χοίρος τση Γαλανομαρίας απού είχε και τα εντερικά ντου...πάνε και τα πιθέματά ντου, πάει και το πιτούτο του βουλευτή...
Ντελόγο το νε βουτήξανε οι χωροφυλάκοι,
εσκεπάσανε ντο νε με τη πατανία και το νε φύγανε με το αμάξι του Μπλαβομάτη...το ίσα πίσω, στη Χωρα.....
Το συμπέρασμα;
Ακόμη κλαίει η Ντελάκενα τη πατανία τζη! Ο σκύλος του Ζερβογιάννη εγίνηκε ο ήρωας του χωργιού, και τον εταΐζαμε σάμε και ήζε μόνο λουκάνικα !!! Δεν εξαναφάγαμε οι χωριανοί όρνιθα και χοίρο… τιμής ένεκεν!!!
Κι πομείναμε ορνικοί μας, να ξετρέχομε τσι λίτες μας και μόνο! Και μούδε ξαναφάνηκε βουλευτής στο χωργιό απο τότεσάς! Μια και καλή εγλιτώσαμε απο τουτανά τα λαδικά!!
*Κείμενο της κας Έφης Μιχελάκη (κτηνίατρος)
*Η κόκκινη πατανία της φωτογραφίας, κοσμεί τον τοίχο σ’ ένα αρχοντόσπιτο στο Μελιδοχώρι Ηρακλείου
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"