Γλυκιά-πικρή πατρίδα
Πο πού ν’ αρχίσω Βιάννος μου
τις τόσες ομορφιές σου
κουράζομαι, τ’ ομολογώ,
να τις απαριθμώ.
Γλυκιά-πικρή πατρίδα μου
του Πλάστ’ είσαι στολίδι
το λίκνο είσαι του πνεύματος
της μάνας φυλακτό
Ένας πελώριος, γίγαντας,
θεριό ξετελεμένο!
δεσπόζει ακατάλυτος
στου χρόνου τη ροή.
Απλώνει τα κλωνάρια του
κι ερωτικά σκεπάζει
τα γραφικά σοκάκια σου
με πράσινη σκεπή
Τα χίλια τόσα χρόνια του
διόλου δεν φανερώνουν,
προβλήματα κι ανημποριές
άγχη και γηρατειά.
Ορθός, στητός κι αγέρωχος
όλους μας αγκαλιάζει
κι ακούει στωικότατα
την κάθε μας ψευτιά!
Δίπλα του, στέκει ηρωικά
ο μύλος με τ’ αυλάκι
προσμένοντας μ’ υπομονή
να ξαναβρεί νερό.
Να πάρει γύρο η φτερωτή
το στάρι για ν’ αλέσει
να βγει απ’ τις μυλόπετρες
μιγάδι καθαρό
Πιο κει ’ναι η βρύση η παλιά
των Βενετσιάνων σάσμα
που τρέχει από τα σπλάχνα της
κελαρυστό νερό.
Ξεδίψασε στη ζήση της
Τούρκους, Ρωμιούς κι αρχόντους
κι όποιος κι αν το ’πιε χόρεψε
τ’ έρωτα το χορό
Κάτω του στέκει αρχοντικά
της μάθησης το στέκι,
ένα στολίδι αληθινό
από πέτρα και πηλό.
Αμέτρητα είναι τα παιδιά
που εντός του σμιλευτήκαν
παιδεύτηκαν και πρόκοψαν
κι απόκτησαν μυαλό
Κοιτάζοντας προσεκτικά
βλέπεις τον Καδιανάκη
να ωρύεται φωνάζοντας
με τρομερό θυμό!
Προτάσσοντας τη ρίγα του,
ρομφαία πυρωμένη,
για να σου μάθει τι θα πει
να πράττεις το καλό
Κι άλλους, πολλούς θα δεις εκεί,
δασκάλους φωτισμένους,
να προσπαθούν αγόγγυστα
να μάθεις το σωστό.
Κι αλίμονο σ’ όποιον δεν δει
το ρόλο τους το θείο,
να σε κερνούν απλόχερα
της γνώσης το πιοτό
Λίγο πιο πάνω απ’ το σχολειό
έζησε ο «Διαβάτης».
Εκεί επρωτοβύζαξε
το γάλα της ζωής.
Μέσα σ’ αυτό αισθάνθηκε
τον πόνο μιας αγάπης,
της πρώτης, ’κείνης π’ όπλισε,
την πένα της γραφής
Συνέχεια τ’ ανήφορου
βρίσκετ’ ένα μουρέλο,
που η ιστορία λέει πως,
ν’ ανήκει στο Μπορέ.
Καντάδες άκουσε πολλές
και τ’ έρωτα τα θέλω,
τσ’ αγάπης τσ’ αναστεναγμούς
τση κοντυλιάς το «Ρε»
Κι αν θ’ ανεβείς ψηλότερα
στην Άγια Πελαγία
ξανοίγεται διάπλατο
τ’ αγνάντιο το γλυκύ.
Απέναντί σου η Κερά
και κάτω τα Λιβάδια
στο βάθος του ορίζοντα
του φαραγγιού η σχισμή
Ω χρόνε, που όλα τα χαλάς
καταλυτή κι αφέντη,
σαν θα περάσεις από κει
σβήσε τη μηχανή.
Κι αν μαγευτείς και τηνέ δεις
σαν θηλυκό δροσάτο
απλόχερα της χάρισε
ζωή παντοτινή.
Τέλος του Ιούνη 2013
Φωτογραφία: Μανώλης Σπανάκης