Δύσκολοι καιροί...
Ένα ηλιόλουστο πρωινό του Οκτώβρη δυο επαγγελματίες σ’ ένα γραφικό-τουριστικό χωριό της Κρήτης, έκλαιγαν τη μοίρα τους. Όλοι και όλα τους έφταιγαν για τα κεσάτια και τις αναδουλειές τους.
Κάποιος μάλιστα με έκδηλο θυμό έλεγε και ξανάλεγε: «Τι κάθομαι εδώ και κάνω; Να βαράω ολημερίς μύγες και δεν το κλείνω το ρημάδι να πάω στο χωράφι να καθαρίσω κάποια ελιά»! Γκρίνια και κατεβασμένα μούτρα και, όπως επιτάσσει το έθιμο του Έλληνα, για όλα φταίγαν μονάχα οι άλλοι… Η γνωστή παροιμία συνεπώς, αυτή που ο μακαρίτης ο Κηλαηδόνης την έκανε και τραγούδι, άλλαξε στην πρώτη πρόταση: «Φταίτε εσείς, φταίνε κι αυτοί, φταίει κι ο Χατζηπετρής…»! Το «εγώ» οι Έλληνες το έχουμε μόνο στο συμφέρον… Σ’ όλα τα υπόλοιπα υπάρχει το «εσείς» και το «αυτοί»…
Φταίνε τα μνημόνια, φταίει η κυβέρνηση, φταίει ο Τσίπρας, φταίει ο δήμαρχος, φταίει ο δρόμος, φταίει η παράκαμψη, φταίει ετούτο, φταίει εκείνο, φταίει το άλλο και το παράλλο… Εμείς σε τίποτα δεν φταίξαμε για την πραγματικότητά μας. Γούζονταν λοιπόν οι δύο επαγγελματίες ακατάπαυστα. Ο ένας έκοβε κι ο άλλος έραβε.
Συμπτωματικά βρέθηκα εκεί και, ακούγοντας τα αστεία επιχειρήματά τους, κάγχαζα, για να μην σας πω ότι είχα γίνει έξω φρενών! Κάποια στιγμή δεν άντεξα και χωρίς περιστροφές τους είπα: «Γιατί ρε παιδιά δεν έχει κρίση η ταβέρνα του τάδε, που είναι σ’ ένα μικρότερο από το δικό σας χωριό, ένα χωριό που ο χάρτης το γράφει με μικρά γράμματα; Και καλά οι ντόπιοι, είχαν τις πληροφορίες τους. Οι τουρίστες όμως; Πώς το πληροφορήθηκαν»;;;
Η απάντηση ήρθε ελάχιστα λεπτά αργότερα, από την ίδια τη ζωή, η οποία, ως είναι παγκοίνως γνωστό, δεν χαμπαριάζει και ρίχνει κάτι χαστούκια ξεγυρισμένα. Νάσου λοιπόν και καταφθάνει ένα ζευγάρι Γερμανών τουριστών, οι οποίοι ήθελαν ένα καλό πρωινό. Ομελέτα, ψημένο ψωμί, χυμό από φρέσκο πορτοκάλι, μέλι και βούτυρο ντόπια και λίγο καλό, επίσης ντόπιο, τυρί. «Νο» ο ένας, «Νο» κι ο άλλος… και τους έστειλαν στα πιο πέρα μαγαζιά… Φεύγοντας οι ξένοι επισκέπτες ρώτησα τον ένα επαγγελματία: «Γιατί δεν την έφτιαχνες εσύ την ομελέτα»; Η απάντησή του με παρέλυσε: «Σιγά μην καθαρίζω πρωινιάτικα πατάτες και να κάνω ομελέτες»!!! Ρώτησα και τον άλλο. Ετούτος ούτε που έδωσε σημασία στο ερώτημά μου.
«Ωραία», τους είπα, «μην το κλείσετε για να πάτε στο χωράφι, αλλά κλείστε τα για πάντα, μήπως κι έρθουν κάποιοι άλλοι, σοβαροί επαγγελματίες να ασχοληθούν».
Οι τουρίστες, ευτυχώς βρήκαν στα διπλανά καταστήματα να πάρουν πρωινό, όπου απόλαυσαν και τον καφέ τους. Από περιέργεια ρώτησα πόσο κόστισε το πλούσιο πρωινό των τουριστών: «18 ευρώ», μου είπε, εμφανώς ικανοποιημένος, ο επαγγελματίας.
Απ’ όλη την ιστορία αυτή, μπορούν να εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα. Μάθαμε (μάλλον μας έμαθαν) ότι η πλέον προσοδοφόρα και ακούραστη ασχολία είναι οι επιδοτήσεις. Σύμφωνοι, αλλά δεν είναι τόσο αφελείς οι Γερμανοί κι οι Γάλλοι για να στέλνουν συνεχώς επιδοτησούλες… Ολοένα και κλείνουν οι κάνουλες, ώσπου κάποια μέρα θα στερέψουν εντελώς τα τσάμπα λεφτά…
Τότε θα μάθουμε ξανά πώς καθαρίζονται οι πατάτες και πώς γίνεται το σφουγγάτο…
Παρατηρούσα δύο συμβασιούχους, εδώ, στο δικό μας Δήμο, που κατέγραφαν τις ενδείξεις κατανάλωσης στα ρολόγια της ύδρευσης. Ο ένας ανασήκωνε το καπάκι και έλεγε την ένδειξη κι άλλος την κατέγραφε! Ασφαλώς και απόρησα πώς και δεν ήταν κι ένας τρίτος για να κλείνει το καπάκι!
Συγχωρείστε την αφέλειά μου, αλλά, από τις ιστορίες αυτές κατάλαβα, γιατί τόσος συνωστισμός στις αιτήσεις για εξάμηνα και οκτάμηνα στους Δήμους… και γενικότερα στο δημόσιο.
Και σαν να μην φτάνουν αυτά, έχουμε και τα κυβερνητικά επιδόματα κατά βάση σε γρουσούζηδες… Γιατί αυτοί εμφανίζονται ως άποροι…
Και ερωτώ ο αφελής: Γιατί δεν προτείνεται σε όλους αυτούς που ζουν παρασιτικά εισπράττοντας επιδόματα, να απασχοληθούν λ.χ. στη δημόσια καθαριότητα;
Έχω όμως τη γνώμη πως τότε, ελάχιστοι θα υπέβαλλαν αιτήσεις, γιατί πολύ απλά ελάχιστοι θέλουν να εργαστούν…