Αύγουστος: Ο μήνας της Παναγιάς
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγιάς
. Το μήνα αυτό όλη η Ελλάδα γίνεται ένα απέραντο θυμιατήριο και αναπέμπει ύμνους και δεήσεις στην Πλατυτέρα των Ουρανών, την Αειπάρθενο Κόρη που βρίσκεται τόσο κοντά στις καρδιές των απλών ανθρώπων.
Γιατί είναι αλήθεια πως και μόνο η επίκληση του αγίου ονόματός της Παναγίας γεμίζει τις αγνές καρδιές ευφροσύνη και η ατένιση του προσώπου της σταλάζει το βάλσαμο της ελπίδας και δίνει φτερά στις απελπισμένες ψυχές.
Είναι η Παναγία! Η πάναγνη μητέρα του Σωτήρα, η στοργική μάνα όλου του κόσμου. Αν προσπαθούσαμε να καταγράψουμε όλα τα προσωνύμια που ο ευσεβής λαός μας αποδίδει στην Παναγία και αποτελούν μυροβόλα άνθη της ευλάβειάς του σ’ αυτήν, δε θα μπορούσαμε. Είναι τόσο ωραία και τόσο πολλά, που δεν μπορούν χωρέσουν σε λίγες κόλλες χαρτιού. Χωράνε όμως στις αγνές καρδιές που είναι ίσως πονεμένες, αλλά και ποτισμένες με την ελπίδα με της χριστιανικής πίστης. Είναι οι καρδιές εκείνες που αισθάνονται να τις πλημμυρίζει μια υπερκόσμια γαλήνη, ακούγοντας τις παρακλήσεις και τους ύμνους που απευθύνονται στην Παναγία αυτές τις ώρες. Τις ευλογημένες εκείνες ώρες, που η Παναγία συμπονεί και συγκαταβαίνει. Τις ώρες εκείνες που ένας «θάνατος», αντί να γεμίζει με λύπη και αγωνία την πλάση, σκορπίζει παντού κατάνυξη, ελπίδα και αγαλλίαση.
Δεν υπάρχει καμιά ηπειρωτική η νησιωτική ελληνική γωνιά, που να μη γιορτάζει κατανυκτικά τις δεκαπέντε πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Στην Κρήτη γιορτάζουν πάρα πολλές εκκλησίες και μοναστήρια, που είναι αφιερωμένες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Γιορτάζουν όμως και όλοι οι ενοριακοί ναοί των κρητικών χωριών, γιατί σε όλους (άσχετα σε ποιον Άγιο είναι αφιερωμένοι) υπάρχει κάποια εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που την περίοδο αυτή είναι τοποθετημένη σε ειδικό βάθρο στο κέντρο του ναού και είναι στολισμένη με γιασεμιά, βασιλικούς και άλλα άνθη. Για τον απλό άνθρωπο της Κρήτης, η Παναγία είναι η ελπίδα και η παρηγοριά, η προστασία και η βοήθεια. Για αυτό και οι Κρητικοί ζούσαν το Δεκαπενταύγουστο με νηστεία, εγκράτεια και προσευχή. Συγχρόνως η γιορτή της Παναγίας ήταν συνδεδεμένη με διάφορα έθιμα, πολλά από τα οποία ξεχάστηκαν στις μέρες μας.
Από την παραμονή της 1ης Αυγούστου αρχίζουν οι κατανυκτικοί εσπερινοί σε όλες τις ενοριακές εκκλησίες των χωριών μας. Εξάλλου όλο το Δεκαπενταύγουστο οι καμπάνες των εκκλησιών πολλών χωριών χτυπούν στις τέσσερις η ώρα το πρωί. Η λειτουργία τελειώνει συνήθως τα ξημερώματα, λίγο πριν χαράξει.
Πάρα πολλοί άνθρωποι κατέκλυζαν παλιότερα τις εκκλησίες και «δεκαπέντιζαν». Σήμερα λίγες μόνο μαυροφορεμένες γριούλες συνηθίζουν ν παίρνουν μέρος σ’ αυτές τις κατανυκτικές λειτουργίες και ίσως συναντήσεις και κάποιο νεώτερο, που ξεχωρίζει σαν το κρίνο μέσα στη καψαλιασμένη έρημο.
Την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, οι άνθρωποι συνήθιζαν να πηγαίνουν τις καυτές ώρες της μέρας στα μακρινά ξωκλήσια για να ανάψουν τα καντήλια και να κάμουν τη δέησή τους στην Παναγιά. Καθώς προχωρούσαν με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια για τον Αι-Νικόλα, τον Αι- Δημήτρη, τον Άι-Γιώργη, την Αγια Παρασκευή, τον Αι-Λια και άλλα μακρινά ξωκλήσια, ο δυνατός αυγουστιάτικος ήλιος έπεφτε πάνω στα κεφάλια τους και τα έκανε να βράζουν. Συγχρόνως, πολλοί είχαν επιβάλλει στον εαυτό τους αποχή από το νερό μέχρι να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Έτσι το «μαρτύριό» τους γινόταν ακόμη πιο έντονο, αν υπολογίσουμε πως η διάρκεια αυτής της δοκιμασίας κρατούσε τέσσερις ως έξι ώρες. Πίστευαν πως αν υποβάλλονταν σ’ αυτές τις δοκιμασίες, ευαρεστούσαν την Παναγία και θα προστάτευε στο μέλλον το σώμα τους από την ηλίαση και άλλες καλοκαιρινές κακοπάθειες. Οι παπάδες των χωριών τις μέρες αυτές περνούσαν από τα
νοικοκυριά κι έπαιρναν τις λεγόμενες «αυγουστιές», που ήταν το μερτικό τους από τη σοδειά των σιτηρών. Βλέπετε τότε οι ιερείς ήταν άμισθοι και συντηρούνταν από τη γενναιοδωρία των χωρικών. Η γενναιοδωρία αυτή συμπληρωνόταν τα Φώτα, που έδιναν στους παπάδες το μερτικό τους από το λάδι της νέας σοδειάς.
Τις μέρες αυτές μόλις είχε τελειώσει το αλώνισμα. Μάζευαν, λοιπόν, τα κοντύλια του σταριού και του κριθαριού (δηλ. τα αποκέφαλα των σταχυών), τα καθάριζαν, τα άλεθαν και ζύμωναν το πρώτο ψωμί από τα καινούρια σιτηρά. Έφτιαχναν ιδιαίτερο κουλούρι για τον παπά του χωριού και για το δάσκαλο των παιδιών τους. Ήταν αληθινά κομψοτεχνήματα τα εφτάζυμα (το προζύμι τους βγάζει εφτά ζύμες) αυτά τα κουλούρια, που προορίζονταν στον παπά, το δάσκαλο και σε άλλα σεβαστά πρόσωπα. Πολλοί έκαναν τάμα και ξενυχτούσαν μπροστά στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κάνοντας συγχρόνως δεήσεις σ’ αυτήν. Τα ξενύχτια και οι παρακλήσεις εκείνες έπαιρναν πολλές φορές ομαδικό χαρακτήρα σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι ή σε κάποιο σπίτι. Είχα κι εγώ την ευκαιρία, όταν ήμουν παιδί, να συμμετάσχω το Δεκαπενταύγουστο σε τέτοιες κατανυκτικές ολονύκτιες παρακλήσεις, που μαυροφορεμένες γυναίκες, πονεμένοι άνδρες, νέοι και γέροι άφηναν την αγάπη τους προς την Παναγιά να ξεχειλίσει από την καρδιά τους και να πλημμυρίσει με απόκοσμη κατάνυξη και γαλήνη τους σεπτούς ναούς των χωριών μας. σήμερα, βέβαια, δε συναντά κανείς τέτοιες εκδηλώσεις και συγκινήσεις.
Ένα άλλο ωραίο και αγνό δεκαπενταυγουστιάτικο έθιμο ήταν και οι «διακονίστικες» αρτοκλασίες, που ανήμερα της Παναγίας πολλοί πιστοί προσέφεραν στη χάρη Της. Τις αρτοκλασίες αυτές τις ζύμωναν με αλεύρι και σιτάρι, που είχαν διακονιστεί από τους συγχωριανούς τους. Δηλαδή το είχαν συγκεντρώσει από διάφορα σπίτια του χωριού, τις πόρτες των οποίων χτυπούσαν σαν ζητιάνοι και ζητούσαν από τους συγχωριανούς να τους ελεήσουν. Η πράξη αυτή ήταν συμβολική, γιατί μ’ αυτήν οι πιστοί νικούσαν τον εγωισμό τους, ταπείνωναν το είναι τους και εξίσωναν το εγώ τους με τους ζητιάνους για το χατίρι της Παναγίας. Αυτές τις «διακονίστικες» αρτοκλασίες συνήθιζαν να τις κάνουν και σε άλλες μεγάλες γιορτές.
Το Δεκαπενταύγουστο μάζευαν και τα αμύγδαλα. Τα καθάριζαν και τα έβαζαν στις κεραμιδένιες στέγες των σπιτιών, για να τα «ψήσει» ο ήλιος. Την παραμονή της Παναγίας έκαναν την «αμυγδαλομελόπιτα» από μέλι και αμύγδαλα της νέας σοδειάς. Την πίτα αυτή την πρόσφεραν ανήμερα της Παναγίας, κυρίως, στους ξένους επισκέπτες. Την ίδια περίοδο μαζεύουν και το γάλα των αιγοπροβάτων, που λόγω της νηστείας δεν μπορούν να καταλύσουν. Το βάζουν μέσα σε πήλινα κουρούπια, όπου ξιδιάζει και γίνεται ξινόγαλο. Αμέσως μετά το Δεκαπενταύγουστο, το ψήνουν με αλεσμένο σιτάρι και κάνουν το νοστιμότατο ξινόχοντρο ή τραχανά. Παλιότερα το ξινόχοντρο τον έψηναν την παραμονή της Παναγίας, για να πλουτίζει την επόμενη το πανηγυριώτικο αυγουστιάτικο τραπέζι.
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας ο Τρυγητής. Γι αυτό η λαϊκή παράδοση συνδέει τον τρύγο με τη γιορτή της Παναγίας. Σε πολλά χωριά της Κρήτης δεν τρυγούσαν ποτέ το γλυκό καρπό του αμπελιού την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, αν και είχε ήδη ωριμάσει. Πολλοί αυστηροί χριστιανοί έβαζαν «κανόνα» στον εαυτό τους να μη γευτούν γλυκό σταφύλι όλη τη δεκαπενθήμερη σαρακοστή.
Οι νοικοκυρές θεωρούσαν ευνοϊκό σημάδι, αν οι κότες τους κλωσούσαν και έβγαζαν πουλιά αυτές τις μέρες. Τα πουλιά αυτά πίστευαν πως ήταν ευλογημένα και θα γίνονταν καλές και καρπερές κότες. Ίσως και η γνωστή παροιμία «αυγουστιάτικο πουλί, γεναριάτικο αυγό», να έχει κάποια σχέση με αυτή τη δοξασία.
Σίγουρα οι παλιότεροι Κρητικοί θα είχαν και άλλα έθιμα και άλλες συνήθειες τις άγιες εκείνες μέρες του Αυγούστου, που η Παναγία «κοιμήθηκε» και ενταφιάστηκε στον κήπο της αγωνίας του γιου Της, για να «μεταστεί» στον ουρανό και να πάρει τη θέση της δίπλα στο θρόνο της βασιλείας Του.
Όμως τα έθιμα και οι συνήθειες αυτές δε διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας. ο χρόνος και η «εξέλιξη» τα βύθισαν στην άβυσσο της λησμονιάς. Σίγουρα την ίδια τύχη θα έχουν και μερικά απ’ αυτά που αναφέραμε, γιατί ήδη έπαψαν να αποτελούν ζωντανή πραγματικότητα. Δυστυχώς, κάθε χρόνο η ελληνική παράδοση χάνει κάτι απ’ αυτά που τη στολίζουν. Φαντάζεστε, αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση, τι μπορεί να συμβεί μετά από μερικές δεκαετίες;
*Ο Αντώνης Εμμ. Στιβακτάκης, είναι δάσκαλος και συγγραφέας
Φωτογραφία: Λευτέρης Σπανάκης