Αποχαιρετισμός στο Νίκο Καρπαθάκη
Αγαπημένε φίλε Νίκο,
Βρίσκομαι πραγματικά στη δύσκολη θέση να σε αποχαιρετίσω, εκ μέρους της πάλαι ποτέ ένδοξης παρέας του ’60.
Ξεκινήσαμε μαζί πολύ νωρίς, από τα θρανία του Δημοτικού και πιο πριν, ακόμα.
Ύστερα φοιτήσαμε στο μεγάλο σχολείο της «Μεσοστενιάς» με τις ονειρικές καλοκαιρινές νύχτες, τις παραστάσεις του Θεάτρου Σκιών, που δίναμε σε καθημερινή βάση, στην παλιά φάμπρικα, δίπλα στο ρακοκάζανο του αείμνηστου «Κλήδονα».
Με χιλιάδες όνειρα και γεμάτες αποσκευές, μπήκαμε στην εφηβεία στην ακμάζουσα τότε Βιάννο που μπορούσε να δώσει πολιτιστικά και κοινωνικά εφόδια• εμείς όμως από πολύ νωρίς μυηθήκαμε στα της Νομικής επιστήμης… και καταλάβαμε τι εστί βερύκοκο…

Πρέπει να ήταν αμέσως μετά τη δίκη στο Αγρονομείο-για πολιτιστικούς πάντως λόγους-που η τοπική ευρηματική κοινωνία μας έδωσε το προσωνύμιο «Μαφία», μάλλον όμως χαϊδευτικά. Τότε ιδρύσαμε και τα πρώτα-ομαδικά καπνιστήρια στο λεγόμενο «Οίκο Τιμοθέου», κάπου στο σημερινό Κέντρο Υγείας Βιάννου, στη φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο στον Κουρούτιδω και στις πεζούλες της Κοντυλομαρίας, ακριβώς εκεί που έπεσε η «Πρώτη Αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη.
Στο μεταξύ ο παιδικός-εμφύλιος Πλάκας-Χωριού έχει λήξει με νίκη, στα σημεία, και η πολυπόθητη συμφιλίωση με τους συναγωνιστές Πλακιώτες είναι γεγονός!
Στον προσκοπισμό μετά την αρχηγία του Νικολή του Πάσα, αναλάβαμε τα ύπατα αξιώματα και αποκτήσαμε νόμιμο στέκι και στέγη.
Η περιπετειώδης ενηλικίωσή μας, εκτός από το Προσκοπείο, περνούσε και από τις «πισίνες» της εποχής, τις Στέρνες, λίγο πριν ο Κερατόκαμπος γίνει για μας παιγνίδι, με πεζοπορία μέσα απ’ το φαράγγι.
Εσύ πάντως έχεις ήδη εγκατασταθεί στο Ηράκλειο, αλλά όταν ερχόσουν στη γενέτειρα η παρέα σε περίμενε με ανοιχτές αγκάλες.
Τότε κοντά, 1965-66, πρέπει να ’ταν, μας έφερες στη Βιάννο τους Μπήτλς που μεσουρανούσαν, όχι δίσκους και τέτοια, αλλά το κλίμα, το ντύσιμο, το «άρωμα» από κάποια τραγούδια τους και μαζί, περιζήτητο δώρο για την εποχή, κάτι αμερικάνικα τσιγάρα…
Λίγο αργότερα θα συναντηθούμε οι περισσότεροι στο Ηράκλειο και οργώσουμε τα στενά του απ’ άκρη σ’ άκρη. Γρεβενών 21, Κυδωνίας 18 Αγ. Τίτου 22, Πλ. Ελευθερίας, Πλ. Κορνάρου, Νέα Αλικαρνασσός και δε συμμαζεύεται….
Τα τραγούδια μας, πέρα από τις Βιαννίτικες κοντυλιές, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Τσιτσάνης, Μάρκος, Ξαρχάκος, ήταν οξυγόνο εκείνη τη δύσκολη εποχή• «Του Λιμανιού το καλντερίμι», «Τι να την κάνεις τη ζωή άμα δεν αγαπιέσαι» κ.α. μας έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα.
Μετά στρατός, σπουδές, οικογενειακή αποκατάσταση, κοινωνική ανέλιξη• και κάπως έτσι άνοιξε το χάσμα και το τραύμα «άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη», όπως τραγούδησε ο Δημήτρης Μητροπάνος. Χαθήκαμε τότε• μείνανε μόνο κάτι σπαράγματα, κάτι ανορθόγραφες επιστολές, κάποιες αναμνηστικές φωτογραφίες με αστείες πόζες, χωρίς το ασπρόμαυρο-χρωματιστό του μεγάλου Συρκούφ, που δεν θύμιζαν τίποτα από τα ένδοξα χρόνια. Εκείνα τα χρόνια χάθηκε και ο «Ψηλός με τη φυσαρμόνικα», λίγο πριν πιάσει στα χέρια του το απολυτήριο του στρατού, κι ο Νίκος, το γελαστό παιδί απ’ το Σωρό. Είχαμε συνταρακτικές απώλειες πολύ πριν τη δική σου.
Πάντως, δεν είναι τυχαίο ότι, από το ’66 και μετά, αμφιβάλλω αν ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί. Σε κλιμάκια μόνο, ομαδούλες δυο-τρεις, τέσσερεις το πολύ, χωρίς νεύρο και τσαγανό, «ξένοι στην ίδια πόλη» να μας λυπάται κι η αστυνομία πια. Με τα θραύσματα και τα τραύματά του ο καθένας, που μάταια προσπαθούσε να κρύψει. Και φυσικά, όπως θα ’λεγε εύστοχα ο μέγας Νίκος Παπαδημητράκης, ο κατά κόσμον «Τζικιτζούλας», που συνέβαλε κι αυτός στα μέγιστα για την ενηλικίωση όλων μας: «Παρήκμασ’ η αγάπη μας κι ως άνθος απωλέσθη και έδυσεν ως ήλιος και ως λαμπάς εσβέσθη».
Αγαπημένε φίλε, η απώλειά σου περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα• κι αν με ρωτάς τι προτείνω, την ύστατη αυτή ώρα, η γνώμη μου είναι: να μελετήσουμε, όλοι μας, σε βάθος το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», του Κ. Καβάφη και να το λάβουμε σοβαρά υπόψη!
Είναι αυτό, που από τα χρόνια της χούντας, ο αείμνηστος Γιώργος Ζωγράφος απάγγελε κάθε βράδυ από στήθους στην μπουάτ «Απανεμιά», πριν αρχίσει τα τραγούδια του και η Ασφάλεια τον είχε στο… μάτι…
Απολείπειν ο θεὸς Αντώνιον
«Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές-
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις»

Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά σου και τέλος, αγαπημένε φίλε, μην ξεχάσεις να δώσεις θερμό χαιρετισμό στους Γιάννη Γρυλλιωνάκη, Νίκο Παπαγιαννάκη, Γιάννη Ν. Αγαπάκη, Γιώργη Πανακάκη και Νίκο Τσοπάκη της σειράς μας του ’47!
Καλό ταξίδι!!!
Κλεάνθης Ψαρολογάκης