Αφόρητη η μπόχα της κεφαλής…
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, βρίσκομαι μαθητής σ’ ένα νυχτερινό σχολείο της Αθήνας. Την ημέρα δουλεύω σε μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ για να προσποριστώ τα προς το ζην.
Το πώς βρέθηκα εκεί είναι ολόκληρη ιστορία που δεν είναι του παρόντος. Αισθάνθηκα όμως, περίπου βασιλιάς, αφού από τις αυθαίρετες οικοδομές στο Δήλεσι, βρέθηκα σε μια αποθήκη γεμάτη φαγώσιμα και…καλλυντικά!
Μετά τη βασική εκπαίδευση, με τοποθέτησαν επικεφαλής στο τμήμα με τις κονσέρβες, τους καφέδες και στα… σοκολατικά!
Κάποια μέρα βλέπω τον… εκπαιδευτή μου, να προσπαθεί να τυλιχτεί στο σώμα του ένα σεντόνι «Βικτώρια και Ιρλάνδα» της κραταιάς Πειραϊκής – Πατραϊκής (για να θυμηθούμε και τα βιομηχανικά μας μεγαθήρια, που τα διέλυσαν ξέρετε ποιοι…)! «Τι κάνεις εκεί;», τον ρωτώ αφελώς, για να εισπράξω την απάντηση: «Εσένα, σύντροφε, θα σε φάει η πείνα. Εγώ αυτά τα πουλάω και βγάζω κάθε μέρα ένα σεντόνι έξω. Ο Γιώργος τροφοδοτεί με τσίχλες ένα περίπτερο κι ο Κωστής μοσχοπουλά μαχαιροπήρουνα Αφεντάκης»!!!
Σάστισα! Πριν προλάβω να συνέλθω, πληροφορούμαι ένα συνταραχτικό νέο. Ο προσωπάρχης μας, ένα καταπληκτικό παιδί, πιάστηκε να κλέβει και όχι… τσιχλίτσες, αλλά, ολόκληρα φορτία! Έτσι κυλούσε η ζωή και πλέον είχα πειστεί ότι εγώ και κανά δυο ακόμη μοσχάρια το «παίζαμε» τίμιοι.
… Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, που έπρεπε να πάω στρατιώτης. Παίρνω τη γενναία απόφαση και πηγαίνω στο γενικό διευθυντή, που εγνώριζα ότι με εκτιμούσε για τη φιλέργεια και την εντιμότητά μου, για να καταθέσω το αίτημά μου: «Κύριε διευθυντά, πρόκειται να πάω στρατιώτης και θέλω να σας παρακαλέσω να με απολύσετε, ώστε να εισπράξω το αντίτιμο της απόλυσής μου που το έχω ανάγκη». Καθαρές και σταράτες κουβέντες. Μου απάντησε στο ίδιο μήκος κύματος, σταράτα και ντρέτα: «Κύριε Σπανάκη, είναι στις προθέσεις μου να σε κάνω τμηματάρχη. Γι’ αυτό, αν δεν επιμένεις, δεν θα σε απολύσω, γιατί μόλις τελειώσεις το στρατό θα σε περιμένει η δουλειά και το πόστο σου»!
Αρνήθηκα (βλακωδώς ίσως) τη δελεαστική αυτή πρόταση. Ο άνθρωπος, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, εκπλήρωσε την επιθυμία μου. Ήρθα στην Κρήτη, βοήθησα τους γονείς μου να μαζέψουν τις ελιές και το Μάρτη ανηφόρισα για να παρουσιαστώ στρατιώτης. Πήρα ένα δοχείο λάδι, ένα καλό ντόπιο τυρί κι ένα μπουκάλι ρακί και ανηφόρισα μέχρι το Μαρούσι να τα πάω πεσκέσι στο διευθυντή. Ήταν το ελάχιστο αντίδωρο στο δικό του δώρο. Ο άνθρωπος με ευχαρίστησε και μου ζήτησε να του γράψω ένα γράμμα από το στρατό «πώς περνώ» κι εγώ δεν του χάλασα το χατίρι. Είκοσι μέρες μετά το γράμμα, πήρα ένα μεγάλο δέμα, με αποστολέα το διευθυντή. Τσιγάρα, μπισκότα και άλλα καλούδια ήταν το περιεχόμενό του, όπως κι ένα σεβαστό χρηματικό ποσό. Ακολούθησαν ακόμη δυο ανάλογες συγκινητικές αποστολές (οι μοναδικές που πήρα 30 μήνες στο στρατό)! Όταν απολύθηκα, ήρθα στη Βιάννο για τις ελιές και ακολούθως «ανηφόρισα» ξανά για την Αθήνα, να δω φίλους και γνωστούς… κι ανάμεσά τους τον διευθυντή μου. Φορτώθηκα τα σχετικά, ένα δοχείο λάδι, τη ρακή κ.λ.π. και πήγα βολίδα στο Μαρούσι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, ο διευθυντής δεν ήταν εκεί! Ρώτησα έναν παλιό συνάδελφο: «Α, δεν τα ξέρεις; Τον πιάσανε να κλέβει και τον απολύσανε»!
Τότε συνειδητοποίησα ότι, ο φίλος μου, που έκλεβε τα σεντόνια ήταν ψιλικατζής…
Συνειδητοποίησα ξανά τη μοναξιά μου…
Ο κολοσσός αυτός, λίγα χρόνια μετά πουλήθηκε στους Γάλλους και τελικά, ποτέ δεν ορθοπόδησε, αφού οι «ποντικοί» πολλαπλασιάζονται με φοβερές ταχύτητες και οι φωλιές τους είναι πάνω στα ράφια…
Να θυμάστε τη μαντινάδα του Καράτζη:
Χέρια που δεν αρπάξανε
ξένο ψωμί να φάνε
αυτά κρατούνε την τιμή
όσο βαριά και να ’ναι
Υ.Γ.1 Αν η αληθινή αυτή ιστορία σας θυμίζει την Ελλάδα μας, έτσι όπως την κατάντησαν οι Τσοχατζόπουλοι και λοιπά λαμόγια, αλλά και οι αφελείς που τους έδιναν «άλλοθι», δεν φταίμε εμείς, αλλά οι διαβολικές συμπτώσεις…