1996: Θέμα σε Σουηδικό περιοδικό η Άνω Βιάννος
Στο τεύχος Φεβρουαρίου 1996 του σουηδικού περιοδικού Vagabond, ενός από τα πιο γνωστά ταξιδιωτικά έντυπα της Σουηδίας, εμφανίζεται ένα ασυνήθιστο ρεπορτάζ από την Άνω Βιάννο της Κρήτης.
Τον Φεβρουάριο του 1996, το σουηδικό ταξιδιωτικό περιοδικό Vagabond δημοσίευσε ένα εκτενές ρεπορτάζ από την Άνω Βιάννο, γραμμένο από τον δημοσιογράφο Oscar Hedin και συνοδευόμενο από φωτογραφίες του Μανώλη Σπανάκη. Δεν πρόκειται για ένα τυπικό ταξιδιωτικό άρθρο, αλλά για μια προσωπική κατάθεση της εμπειρίας και καταγραφή της ζωής στην κρητική ενδοχώρα, με αφορμή τον θάνατο μιας ηλικιωμένης γυναίκας και την αναμονή της κηδείας της.
Ο δημοσιογράφος καταγράφει στιγμές καθημερινότητας, φιλοξενίας και κοινωνικών σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει τις ανοιχτές πληγές της τοπικής Ιστορίας. Ο πόλεμος, η Κατοχή, οι εκτελέσεις και φυσικά το Ολοκαύτωμα. Όλα αυτά δεν είναι απλά παρελθόν για τους ντόπιους σύμφωνα με το αρθρογράφο, αλλά ζωντανή μνήμη που εξακολουθεί να καθορίζει την ταυτότητα των ανθρώπων.
Το Vagabond είναι ένα μηνιαίο ταξιδιωτικό περιοδικό που ξεκίνησε το 1987 στη Σουηδία και από τότε μέχρι και σήμερα εμπνέει τους αναγνώστες του να γνωρίσουν τον κόσμο και τις τοπικές κοινωνίες μέσα από αυθεντικές και προσωπικές ιστορίες.
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση και απόδοση του δημοσιεύματος:

Περιμένοντας τον θάνατο στην Άνω Βιάννο
Άνω Βιάννος, Κρήτη. Χειμώνας. Κρύο. Παίζουμε χαρτιά και πίνουμε σπιτική ρακή με τους γέρους. Πηγαίνουμε σε γλέντια του χωριού και τρώμε μπριζόλες και γραβιέρα. Και περιμένουμε. Περιμένουμε να θαφτεί η νεκρή.
Η ηλικιωμένη ξέρει πως θα πεθάνει. Ο παπάς της έχει ήδη δώσει το τελευταίο ευχέλαιο. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ της κουζίνας. Γύρω της συγκεντρώνονται γεροδεμένες, μαυροφορεμένες γειτόνισσες με πρησμένα μάτια, γιοι που δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους, η αδελφή Ευαγγελία, εγγόνια και επισκέπτες.
Το μήνυμα ήρθε από την Άνω Βιάννο. Εγώ και ο Σταύρος, εγγονός της ηλικιωμένης, πήραμε το νυχτερινό καράβι διασχίζοντας το Κρητικό πέλαγος. Ο Έρρικος, ο πατέρας του φίλου μου, μας παρέλαβε με το τετρακίνητο Toyota και διασχίσαμε την Κρήτη ως το χωριό, στο ορεινό συγκρότημα της Δίκτης.
Οι κάτοικοι της Άνω Βιάννου δεν μιλούν φωναχτά ο ένας στον άλλο με καλή πρόθεση. Πολύ σύντομα καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι το φυσιολογικό. Με πηγαίνουν από ξάδερφο σε ξάδερφο, σε συγγενείς κάθε βαθμού, και με ταΐζουν άφθονο, βαρύ, αυθεντικό κρητικό φαγητό.
Όταν πιάνει η χειμωνιάτικη μπόρα, καταφεύγω στο καφενείο του χωριού. Εκεί οι άντρες ξεκουράζονται, παίζουν χαρτιά, πίνουν καφέ και σπιτική ρακή.
Ένα βράδυ, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, ο Σταύρος έχει γενέθλια. Γιορτάζουμε στου «Φραγκάκη», ένα εξαιρετικό μικρό κρεατοεστιατόριο σε γειτονικό χωριό. Στο τραπέζι υπάρχουν κάθε λογής μεζέδες: φρέσκο ψωμί, βραστά χόρτα, ελληνική σαλάτα με φέτα, τηγανητές πατάτες και παϊδάκια. Πίνουμε ρακή και κρασί.
Ο υπερκοινωνικός ιδιοκτήτης του εστιατορίου μονοπωλεί την κουβέντα. Ο Έρρικος, γιος της γριάς και πατέρας του Σταύρου, πληρώνει τον λογαριασμό: τριακόσιες τριάντα σουηδικές κορώνες για όλο το γλέντι.
Ο γιατρός της περιοχής εξετάζει τη γριά και αποφασίζει ότι πρέπει να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ανεβαίνει αργά τα γλιστερά σκαλιά, μέσα στο συμπαγές σκοτάδι, και τη βάζουν σε φορείο. Το νοσοκομείο είναι άψογο, φρέσκο, με σύγχρονο εξοπλισμό. Ένα ήσυχο μέρος.
Και η αναμονή συνεχίζεται.
Δεν υπάρχουν πια χρήματα για τεχνικό που να μπορεί να χειριστεί τα μηχανήματα στο Νοσοκομείο. Τα φάρμακα και τα ναρκωτικά φυλάσσονται πρόχειρα. Οι γιατροί καταφέρνουν με δυσκολία να της βρουν φλέβα για την ενδοφλέβια ένεση, για πέμπτη φορά. Όταν η γριά αναστενάζει, ο γιατρός ανάβει ένα τσιγάρο στο διπλανό δωμάτιο, δυο μέτρα μακριά από τα μηχανήματα. Σκέφτομαι πως εδώ μπορεί να πεθάνει όχι μόνο η γριά, αλλά κι όλοι εμείς από απροσεξία.

Ο πόλεμος ζει ακόμα. Όλοι έχουν συγγενείς που χάθηκαν, οι γέροι κουβαλούν μνήμες και τραύματα πολέμου. Το Τρίτο Ράιχ εισέβαλε στο νησί τον Μάιο του 1941. Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν στρατηγικά σημεία, ανάμεσά τους και το αεροδρόμιο του Μάλεμε, και στη συνέχεια προωθήθηκαν στα βουνά. Ελληνικά, αγγλικά, νεοζηλανδικά και αυστραλιανά στρατεύματα υποχώρησαν διά θαλάσσης προς την Αίγυπτο.
Στο Βερολίνο είχαν υπολογίσει ότι θα γίνονταν δεκτοί ως απελευθερωτές. Όμως στην Κρήτη τους υποδέχτηκαν με ό,τι υπήρχε διαθέσιμο: από κυνηγετικά όπλα μέχρι πιρούνες. Όποιον Γερμανό έβρισκαν, τον σκότωναν. Στη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις κατοχής αντιμετώπισαν σκληρή αντάρτικη αντίσταση.
Πάνω σ’ έναν βράχο, ψηλά πάνω από την κοιλάδα, δίπλα στον δρόμο προς τη θάλασσα, στέκει ένα μνημείο γεμάτο πρόσωπα. Ένας παγωμένος άνεμος ανεβαίνει την πλαγιά καθώς πλησιάζουμε· διαπεραστικός και δυνατός, σχεδόν μας πετάει από τον γκρεμό. Το μνημείο μοιάζει, όπως συχνά συμβαίνει με μνημεία πολέμου, με ανάγλυφο παρμένο κατευθείαν από τη «Γκερνίκα» του Πικάσο.
Τον Σεπτέμβριο του 1943 μερικοί αντάρτες κατέβηκαν στο χωριό Κάτω Σύμη και αποφάσισαν να σκοτώσουν δύο Γερμανούς φρουρούς. Όταν οι Γερμανοί την επόμενη μέρα ανακάλυψαν τι είχε συμβεί, έστειλαν ένα τάγμα. Οι αντάρτες είχαν ήδη φύγει και είχαν στηθεί ενέδρες. Οι Γερμανοί εξαγριώθηκαν. Για δύο ημέρες έκαψαν, λεηλάτησαν και εκτέλεσαν καθώς προχωρούσαν μέσα από την κοιλάδα.
Φεύγουμε από το χωριό μετά την κηδεία, κατεβαίνοντας προς το νεκροταφείο στην άκρη ενός ελαιώνα. Πρώτα ο παπάς ψάλλει και το φέρετρο κατεβαίνει, χειροποίητο, με έναν σταυρό. Μερικοί άντρες ανοίγουν τον τάφο όπου βρίσκεται ο άντρας της γριάς, παρτιζάνος, θαμμένος πριν από χρόνια. Ένας παπάς ψάλλει και η χειροποίητη επιγραφή σκαλισμένη με καλέμι μπαίνει πάνω από τον τάφο:
Αντώνης, Άνω Βιάννος.
Οι γείτονες και οι σιωπηλοί νέοι του χωριού σκύβουν μέσα στον τάφο. Παίρνουν το φέρετρο, το ανεβάζουν και το τοποθετούν στο ράφι. Ανακατεύουν τσιμέντο πάνω στο χώμα, βιαστικά δίνουν ο ένας στον άλλον συμβουλές για το πώς πρέπει να τσιμενταριστεί το ράφι. Ανεβαίνουμε πίσω στο χωριό και ο ήλιος λάμπει σε κάθε γωνιά.
Κείμενο: Oscar Hedin
Φωτογραφίες: Manolis Spanakis
Vagabond, Φεβρουάριος 1996
