Νέο βιβλίο από τον Δημήτρη Θεοδοσάκη
Το νέο του εκδοτικό πόνημα, μας συστήνει ο αγαπητός μας-πολυγραφότατος συγγραφέας- Δημήτρης Θεοδοσάκης γνωστός και ως "Του Κάστρου Ταχυδρόμος". Το νέο του βιβλίο έχει τον τίτλο "Πικραμένη Μεσκινιά". Από τον πρόλογο του βιβλίου σας μεταφέρουμε τις προλογικές σκέψεις του συγγραφέα:
"Tο ιστορικό Γυμνάσιο της Βιάννου φάνταζε στα μαρτυρικά λιοχώρια σαν ένα μικρό πανεπιστήμιο. Ήταν ο φάρος που έφεγγε στην γενιά μου να διαβεί και μας έδειχνε τον δρόμο της γνώσης, της προόδου της αρετής για μια καλύτερη ζωή. Ήταν κακοπορεμένη η γενιά μου, γιατί ήταν βγαλμένη από τα μετακατοχικά και τα εμφυλιακά χρόνια και πικραμένη από το ολοκαύτωμα των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, που δεν αφήσαν άντρες ζωντανούς, κάψανε και ανατινάξανε τα σπίτια και περνούσαμε πολύ δύσκολα. Πορευόμεθα με εκείνα που βγάζαμε από την καλλιέργεια της γης μας. Οι φτωχικοί τυραννισμένοι γονείς μας, με τα ροζιασμένα χέρια, τα ανεμοδαρμένα, λιοψημένα και χαρακωμένα πρόσωπα που δουλεύανε από ήλιο σε ήλιο στις σκληρές γεωργικές εργασίες και δεν εδίπλωνε ο γιακάς τους, και μασέ διπλοπαραγγέλνανε:
— Διαβάζετε, κακορίζικα, να μάθετε μια χαχαλιά γράμματα να ξεφύγετε από την τυραννισμένη ζωή του χωριού, να πάτε στην πολιτεία και να φάτε ξεκούραστο ψωμί.
Τότε δεν γνωρίζανε τίποτα για τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Τελειώναμε το Γυμνάσιο και ήμεθα βέβαιοι ότι κάποια θέση, μια καρέκλα του δημοσίου μάς περιμένει. Χωρίς να το έχω προγραμματίσει διορίστηκα στο Κεντρικό ταχυδρομείο Ηρακλείου ως αστικός ταχυδρόμος. Είχα την χαρά και την τιμή να διοριστώ και να υπηρετήσω στον πρώτο ταχυδρομικό τομέα του Ηρακλείου, στον Άγιο Τίτο, στην 25 Αυγούστου, με τις τράπεζες, τους ναυτικούς και τους ταξιδιωτικούς πράκτορες. Εκεί σε αυτό τον μοναδικό δρόμο που συνέδεε το κέντρο της πόλης με το λιμάνι, ήταν τα προξενεία και οι πρεσβείες. Εκεί απαντούσες το κοινωνικό και πνευματικό γίγνεσθαι της πόλης.
Ήμουν χαρούμενος για την τυχαία επιλογή του επαγγέλματός μου, γιατί γνώρισα την πνευματική και οικονομική ελίτ της πόλεως και αντάλλασσα καθημερινά καλημέρες αγάπης. Χαιρόμουν που γνώρισα το αρχοντολόι του Κάστρου και θεωρούσα μεγάλη μου τιμή που υπηρετούσα το Κολωνάκι της πόλης. Είχα κοντά στα είκοσι χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο ταχυδρομικό τομέα, όταν η υπηρεσία έβγαλε διαταγή ότι όλοι οι ταχυδρόμοι πρέπει να μάθουν πάνω από ένα τομέα σε περίπτωση που συμβεί κάτι σε κάποιο συνάδερφο να μην μείνει ο τομέας του χωρίς διανομή, αλλά να πηγαίνουμε από τους όμορους τομείς ο κάθε συνάδερφος από μια ημέρα να καλύπτομε το κενό.
Εκπαιδεύθηκα σε ένα ταχυδρομικό τομέα εκτός των τειχών στον δυτικό τμήμα της Χρυσοπηγής, της Μεσκινιάς όπως παλιά λεγόταν. Χάρηκα γιατί βρήκα και στο νέο ταχυδρομικό τομέα ένα καλοσυνάτο κόσμο της φτωχολογιάς, που προσπαθούσε να κυβερνηθεί με το μεροκάματο, με τα αγροτικά και με το ψάρεμα. Ανταλλάξαμε αγάπη και όλα ήταν καλά. Παραξενεύτηκα σαν περνούσα τα στενά ανηφορικά σοκάκια της Μεσκινιάς, που εκεί δεν περνάει αυτοκίνητο. Αλλά αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν οι πολλές σπηλιές που έχει αυτός ο τόπος. Ήταν κάτι που το είδα για πρώτη φορά. Στην γενέθλιά μου γη έχομε σπηλιές, μα ήταν πολύ μακριά, έξω από το χωριό. Σε αυτό το πολύ κοντινό προάστιο του Ηρακλείου, την Χρυσοπηγή, που είναι η ανατολική προέκταση της πολιτείας εκτός των τειχών, είδα πολλές σπηλιές.
Με απορία ρώτησα πώς βρεθήκανε αυτές οι σπηλιές στην πόλη. Ήταν φυσικές ή τις έκαναν κάποιοι άνθρωποι; Σε τί χρησίμευαν οι σπηλιές στην πολιτεία, η οποία είναι ένα δημιούργημα το αστικού πολιτισμού; Στις πολιτείες οι άνθρωποι έχουν αφήσει πίσω την πρωτόγονη ζωή, που ζούσαν στα σπήλαια, τότε που ακόμη δεν είχαν ανακαλύψει την φωτιά που άλλαξε τον κόσμο. Ξεπάγιαζαν τον χειμώνα οι άνθρωποι στις σπηλιές. Βλέπανε την μυγδαλιά που έριξε τα φύλλα της, ξεράθηκε ο κορμός και οι κλώνοι και φοβούταν πως αν δεν ξανανθίσει η μυγδαλιά να καρποδέσει τι θα γίνουν, πώς θα ζήσουν; Αυτοί οι πρωτόγονοι άνθρωποι περιμένανε την αυγή του πολιτισμού για να τους ελευθερώσει. Τώρα στο ξημέρωμα του τεχνολογικού πολιτισμού στις πόλεις οι άνθρωποι ζούνε σε πολυκατοικίες και σε μονοκατοικίες με κήπους, έχουν φαρδείς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, που τους φωτίζει ο δημοτικός φωτισμός και διώχνει το σκοτάδι και τα φαντάσματα της νύχτας.
Υπάρχουν κάποιες εκδοχές για αυτές τις σπηλιές για το πώς βρέθηκαν στον αστικό ιστό του Ηρακλείου. Κάποιοι λένε ότι αυτές οι σπηλιές μπορεί να ήταν φυσικές και οι άνθρωποι τις μεγαλώσανε. Και ότι εκεί έμεναν οι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά που πολεμούσαν για να ελευθερώσουν το Ηράκλειο από τους Αγαρηνούς. Υπάρχει και μια άλλη άποψη ότι σε αυτές τις σπηλιές είχε στρατοπεδεύσει ο Τούρκικος στρατός που πολιορκούσε για χρόνια το Μεγάλο Κάστρο.
Την εποχή που η λέπρα άρχιζε να βασανίζει την Κρήτη, στα χωριά απομονώνανε εκείνους που αρρώστησαν από αυτή την φοβερή αρρώσθεια για να μην κολλήσουν τους υγιείς. Όταν άρχισαν να πληθαίνουν τα κρούσματα της λέπρας, ιδιαίτερα στην φτωχολογιά, οι Τούρκοι αξιωματούχοι μάζεψαν από τα χωριά τους αρρώστους που είχαν κτυπηθεί από την λέπρα και τους έφεραν να κατοικούνε όλοι μαζί στις σπηλιές της Μεσκινιάς, που ήταν έξω από τα τείχη του Μεγάλου Κάστρου. Οι σπηλιές είναι περίπου εκατόν εξήντα πέντε και απέχουν γύρω στις οκτακόσιες ασκελιές έξω από τα ενετικά τείχη. Εκεί ζούσαν αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, που έλαχε να αρρωστήσουν από την φοβερή και αγιάτρευτη αρρώστια, την λέπρα. Εκείνα τα χώματα είναι ποτισμένα από τα δάκρυα των δυστυχισμένων λεπρών, που όσοι αρρώστησαν τους ξεγράφανε, αφού ήταν ζωντανοί νεκροί. Στους λεπρούς δεν τους επιτρεπόταν να μπούνε μέσα στην πολιτεία. Μπορούσαν να φτάσουν μέχρι την Πύλη Λαζαρέτου να διακονούνται. Ήταν τόση φοβερή αυτή η αρρώστια, που την έκαναν κατάρα λέγοντας: «Ο Θεός κι γης να μου τα αξιώσει να σε δω λουβιάρη να σε διακονούνε με εννιά οργιές καλάμι». Αυτούς τους αρρώστους, οι Τούρκοι κατακτητές τους λέγανε «μεσκίνηδες» και ο τόπος που έμεναν ήταν τότε το χωριό Μαρουλά, που ανεπισήμως το λέγανε «Μεσκινιά».
Οι σπηλιές της Μεσκινιάς κατοικήθηκαν το 1717 και άδειασαν το 1904 τότε που μετέφεραν τους λεπρούς στην Σπιναλόγγα. Μετά το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας πολλοί δυστυχισμένοι πρόσφυγες που άργησαν να έρθουν και είχαν δοθεί τα αστικά ανταλλάξιμα ερχόμενοι στο Ηράκλειο βρήκαν ως πρόχειρη λύση να κατοικήσουν στις σπηλιές της Μεσκινιάς. Ήταν κρατικές και δεν πλήρωναν ενοίκιο. Έζησαν πολλά χρόνια σε αυτές τις σπηλιές. Αργότερα οι πρόσφυγες τις αγόρασαν από το κράτος, έκτισαν σπίτια με ωραίες προσόψεις και στο βάθος κράτησαν τις σπηλιές.
Ακούγοντας τις ιστορίες αυτών των ξεριζωμένων προσφύγων σκέφθηκα πολλές φορές να έχω ένα τετράδιο στην ταχυδρομική μου τσάντα να κρατώ σημειώσεις για τον βίο και την πολιτεία αυτών των ανθρώπων που έζησαν σε ένα παλιό Ηράκλειο. Όμως την ώρα της υπηρεσίας δεν μπορούσα ταυτόχρονα να ασχοληθώ και με την συγγραφή. Σκέφθηκα να έχω το σημειωματάριο στο σπίτι μου και να καταγράφω εκείνα που με συγκίνησαν, αφού για πολλές δεκαετίες περπατούσα τα σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου και γνώρισα πολύ τον κόσμο μιας άλλης εποχής. Όμως ύστερα από τόσες ώρες που γυρνούσα φορτωμένος, άλλοτε στα λιοπύρια και άλλοτε στα κρύα και στις βροχές με την μεγάλη δερμάτινη τσάντα για να διανείμω την αλληλογραφία, όταν γύριζα στο σπίτι ήμουν πεθαμένος από την κούραση. Πεθυμούσα να απολαύσω λίγες ώρες ξεκούρασης για να πάρω δυνάμεις και την επαύριον να συνεχίσω το έργο μου.
Πέρασε ο καιρός η αμπελική μου τελείωσε και έφτασε η μέρα της εργασιακής μου εξόδου. Αποχαιρέτησα τους συναδέρφους, έβαλα στο πίνακα ανακοινώσεων ένα ποίημα και έφυγα. Το ποίημα επιγράφεται αποχαιρετισμός:
Άχι και να ’ταν μπορετό τα χρόνια να γιαγείρω,
σήμερα να ’πιανα δουλειά και στ’ όνειρο να γείρω.
Ποτέ μην ’ρθεί του μισεμού η μέρα, μην βραδιάσει,
κι ονείρατα αζωντανά ποτέ κιανείς μην θάψει.
Να μείνω πια δεν το μπορώ, να φύγω δεν το θέλω,
κουράστηκα να προπατώ, τσι στράτες να παλεύγω.
Μα βράδιασε και σχόλασα, ’ποχαιρετώ, μισεύγω
και μιας ζωής συνήθειες σήμερα τσ’ αποκρεύγω.
................................................................................
Κόσμε που αγάπη μου ’δειξες, και θα ανταποδώσω;
Αλησμονιά, συγκίνησες και ευχαριστώ θα δώσω.
Μπήκα στην σύνταξη, πλάτυνε ο ελεύθερός μου χρόνος αλλά και οι σκέψεις μου. Ανεστορούμαι την ταχυδρομική μου ζωή και νιώθω μια βαθιά συγκίνηση να με πλημμυρίζει. Αισθάνομαι βαθιά υποχρεωμένος στον κόσμο που έλαχε να υπηρετήσω γιατί μου χάρισε απλόχερα αισθήματα εκτίμησης και αγάπης. Σε αυτό τον κόσμο που μου χάρισε τόσα πολλά θα ήθελα να του ανταποδώσω ένα μέρος της αγάπης και της ευγνωμοσύνης που νιώθω για εκείνους που με ευεργέτησαν κατά ψυχή.
Συνεχίζοντας τα αφιερώματα για το Μεγάλο Κάστρο αποφάσισα να κάνω ένα μνημόσυνο τιμής εκείνων των ανθρώπων που έζησαν στις σπηλιές της Μεσκινιάς. Ταυτόχρονα θα νιώσω ξαλαφρωμένος που θα κάμω ένα χρέος θα ανταποδώσω ένα μέρος από τις χαρές που πήρα στην ταχυδρομική μου ζωή. Συλλογίστηκα ότι θα μπορούσα να κάνω αυτήν την έρευνα να μάθω για τον βίο και την πολιτεία αυτών των ανθρώπων που έζησαν στις σπηλιές της. Θα μου ήταν κάπως εύκολο γιατί αυτούς τους δρόμους τους είχα περπατήσει και γνώριζα πρόσωπα και πράγματα.
Από καρδιάς θέλω να ευχαριστήσω όλους αυτούς τους ευγενέστατους και καλοσυνάτους ανθρώπους της Χρυσοπηγής (Μεσκινιάς) που μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους και τις καρδιές τους και να μου μίλησαν για τον βιό τους και για τα βάσανα των προγόνων τους. Επίσης τους ευχαριστώ και για το αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό που μου ενεπιστεύθηκαν.
Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης,
Του Κάστρου Ταχυδρόμος