Το παλιό ραδιόφωνο, ένα κουτί γεμάτο θαύματα
Υπήρχε ένα ραδιόφωνο στην κουζίνα μας. Μεγάλο, ξύλινο, καφέ, βαρύ, σχεδόν σαν έπιπλο. Είχε δύο μαύρα ηχεία, μικρά κρεμ κουμπιά σαν πλήκτρα πιάνου και δύο μεγάλα στρογγυλά κουμπιά, ένα για την ένταση και ένα για τις συχνότητες. Για εμάς όμως δεν ήταν απλώς ένα ραδιόφωνο. Ήταν ένα κουτί γεμάτο θαύματα. Ένα παράξενο κουτί που έφερνε στο σπίτι μας φωνές ανθρώπων που δεν γνωρίζαμε, μουσικές από μακρινούς τόπους, ειδήσεις, ιστορίες και τραγούδια. Ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο.
Η μάνα μου το άναβε συνήθως μετά το μεσημεριανό φαγητό, όταν οι δουλειές του σπιτιού είχαν λίγο ησυχάσει και άρχιζαν οι ραδιοφωνικές σειρές. «Θέατρο της Τετάρτης», «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, «Μαντάμ Σουσού», «Έγκλημα και Τιμωρία» και τόσες άλλες ιστορίες περνούσαν από το σπίτι μας. Δεν υπήρχε εικόνα. Κι όμως, βλέπαμε. Οι φωνές γίνονταν πρόσωπα, τα βήματα γίνονταν δρόμοι, το τρίξιμο μιας πόρτας άνοιγε μπροστά μας έναν ολόκληρο κόσμο. Κάθε ιστορία έπαιρνε μορφή μέσα στο μυαλό μας. Κι ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη μαγεία του ραδιοφώνου. Δεν σου έδινε εικόνες. Σου άφηνε χώρο να τις φτιάξεις μόνος σου.
Ο πατέρας μου είχε τις δικές του ώρες με το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές το έπαιρνε από την κουζίνα και το έβαζε δίπλα στο κρεβάτι του. Άκουγε ποδόσφαιρο ή μουσικές εκπομπές και το σπίτι γέμιζε με τις φωνές των εκφωνητών, τα τραγούδια και τον ενθουσιασμό του.
Κι ύστερα ήταν οι Κυριακές. Μετά το φαγητό, όταν όλοι καθόμασταν μαζί, το ραδιόφωνο έπαιζε κρητικά τραγούδια. «Ο Πραματευτής», «Χανιώτική μου Ροδαριά», «Αχ, αυτός ο αργαλειός σου», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Ερωτόκριτος»… Και μετά άρχιζαν ο Μαλεβιζιώτης, η Σούστα, ο Πεντοζάλης.
Η κουζίνα γινόταν μια μικρή γιορτή. Δεν χρειαζόταν πλατεία, ορχήστρα ή κόσμος. Είχαμε το δικό μας μικρό γλέντι. Οι γονείς μου σηκώνονταν και χόρευαν και προσπαθούσαν να μου μάθουν τα βήματα. Προσπαθούσα να τους ακολουθήσω, να θυμηθώ τη σειρά των βημάτων, να μη μπερδευτώ. Κι εκείνοι ξανά και ξανά, με υπομονή, μου τα έδειχναν. Κι όταν δυσκολευόμουν σε κάποια βήματα, η μάνα μου σταματούσε και μου έλεγε: «Όποιος θωρεί και δεν μαθαίνει, ή στραβός είναι ή δεν θέλει!» Εγώ τότε προσπαθούσα ακόμη περισσότερο, γιατί ήθελα. Κι ο πατέρας μου με ενθάρρυνε: «Αφού θέλεις, θα μάθεις!» Και ξανά από την αρχή. Ένα βήμα, ένα λάθος, μια προσπάθεια ακόμη. Μέχρι να το μάθω.
Ένα μικρό παιδί μέσα στην κουζίνα, οι γονείς μου να χορεύουν, η μουσική από το παλιό ραδιόφωνο και τα βήματα που προσπαθούσα να μάθω. Τότε δεν ήξερα πως αυτές οι απλές στιγμές θα γίνονταν κάποτε από τις πιο πολύτιμες αναμνήσεις μου. Το ραδιόφωνο όμως δεν έμενε μόνο μέσα στο σπίτι μας. Τα σπίτια του χωριού ήταν κοντά το ένα στο άλλο και οι ήχοι ταξίδευαν από σοκάκι σε σοκάκι. Καμιά φορά ακούγονταν δύο ραδιόφωνα μαζί. Κι από κάποιο σπίτι ακουγόταν: «Γείτονα, χαμήλωσε το ραδιόφωνο!» Κι άλλοτε έδινε ο ένας προτεραιότητα στον άλλον και χαμήλωνε το δικό του. Ήταν κι αυτό μια μικρή συνεννόηση της γειτονιάς.
Έτσι ήταν τότε. Οι ήχοι περνούσαν από τα παράθυρα, έβγαιναν στα σοκάκια και γίνονταν κομμάτι της γειτονιάς. Κάποια απογεύματα μπορούσες να ακούσεις ένα τραγούδι από το ένα σπίτι, μια εκπομπή από το άλλο και, κάπου ανάμεσα, τις φωνές των ανθρώπων που συνέχιζαν τη ζωή τους.
Το ραδιόφωνο μάς έφερνε τον κόσμο κοντά. Μας έφερνε ειδήσεις από τόπους που δεν γνωρίζαμε, μουσικές που δεν είχαμε ξανακούσει, ιστορίες ανθρώπων που δεν θα συναντούσαμε ποτέ. Κι εμείς ταξιδεύαμε χωρίς οθόνες και χωρίς εικόνες. Μόνο με μια φωνή. Και με τη φαντασία μας.
Ύστερα ήρθε το κασετόφωνο. Και μαζί του άλλαξαν πολλά. Το παλιό ραδιόφωνο άρχισε σιγά σιγά να μένει στην άκρη. Κάποτε σταμάτησε να λειτουργεί και έμεινε σε μια γωνιά, σαν ένα παλιό αντικείμενο μιας άλλης εποχής. Όμως οι ήχοι του δεν έφυγαν. Έμειναν οι φωνές της μάνας μου. Η φωνή του πατέρα μου. Οι ιστορίες που άκουγα παιδί. Τα κρητικά τραγούδια των Κυριακών. Τα βήματα του χορού μέσα στην κουζίνα. Η φωνή του εκφωνητή στο ποδόσφαιρο. Και εκείνη η φωνή από το διπλανό σπίτι: «Γείτονα, χαμήλωσε το ραδιόφωνο!»
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως κάποια πράγματα από την παιδική μας ηλικία δεν τα θυμόμαστε επειδή ήταν μεγάλα ή σπουδαία. Τα θυμόμαστε επειδή μέσα τους έζησε μια ολόκληρη ζωή. Κι εκείνο το μεγάλο ξύλινο ραδιόφωνο ήταν ένα από αυτά. Δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο της κουζίνας. Ήταν οι άνθρωποι του σπιτιού μας. Ήταν οι Κυριακές μας. Ήταν οι ιστορίες, τα τραγούδια, τα γέλια και τα βήματα που γέμιζαν τον χώρο. Κι όταν σήμερα το φέρνω στον νου μου, δεν βλέπω μόνο ένα παλιό ξύλινο κουτί. Βλέπω τη μάνα μου να σταματά τον χορό και να μου λέει: «Όποιος θωρεί και δεν μαθαίνει, ή στραβός είναι ή δεν θέλει!» Ακούω τον πατέρα μου: «Αφού θέλεις, θα μάθεις!» Και ξαναβρίσκομαι για λίγο εκεί. Μέσα στην παλιά κουζίνα. Με τη μουσική να παίζει. Με τους γονείς μου να χορεύουν. Κι εμένα να προσπαθώ να μάθω τα βήματα. Ίσως τελικά γι’ αυτό να έμεινε τόσο ζωντανό μέσα μου εκείνο το παλιό ραδιόφωνο. Γιατί μέσα από εκείνο το μεγάλο ξύλινο κουτί δεν άκουγα μόνο τον κόσμο. Άκουγα το σπίτι μου.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος