Οι λουκανικιές*
Δίπλα στο περίπτερο του Καλαϊτζή, απέναντι στον Αρχάγγελο, ήταν το καφενείο του Ηλία. Ένα παλιό μικρό κτίσμα, ένα είδος σταθμού των υπεραστικών λεωφορείων, στη Βιάννο. Η Αριάδνη, η γυναίκα του, εκτός από τους καφέδες, έψηνε και κάτι νόστιμους μεζέδες. Όσοι αγαπούσαν το κρασί και την καλή παρέα, ήταν τακτικοί πελάτες.
Εκεί σύχναζε και ο Κωστής ο Καραγιωργάκης. Βλέπεις αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα. Ο Αραπόκωστας ήθελα να πω!! Αυτός κι αν ήταν φυσιογνωμία. Ένα κράμα παράξενο, σπάνιο, αορίτη - μοναχικού ανθρώπου δηλαδή και τύπου της παρέας.
Μια παρέα όμως που δημιουργούσε και διάλεγε αυτός. Με μοναδικό τρόπο, σχεδόν συνωμοτικό. Μ’ ένα χιούμορ να ξεχειλίζει αυθορμητισμό και «σπίρτο» και να πετάει γερά στο καθημερινό γεγονός. Έτσι, σαν χρονογράφημα, της σχολής του Κονδυλάκη. Με μορφασμούς, κραυγές, αυτοσαρκασμό, ειρωνεία, πάθος, χειρονομίες, γκριμάτσες. Λιτό, χωρίς γέλια και περιττά στολίδια. Ατόφιο κι έσπαγε κόκαλα. Μόνο ο Μιχάλης ο Νοσοκόμος μπορούσε να πιάσει λίγο από το μεγαλείο του. Λίγο όμως.
Μόνιμος κάτοικος του Κρασά, ανάμεσα Τσούτσουρο και Δέρματο, στη μάντρα του, από παιδί σχεδόν. Εκεί έπαιξε και το ρόλο του ως πατριώτης στην Εθνική Αντίσταση, αλλά ποτέ δεν έκανε κουβέντα γ’ αυτό. Συχνά έβγαινε στη Βιάννο κι αμέσως γέμιζε ο αέρας φασκομηλιά κι αθότυρο. Και πού στο διάολο το ’παιρνε χαμπάρι αμέσως η παρέα και μαζευόταν στου Ηλία, στου Χαρίλαου, ανάλογα. Μαζεύονταν βέβαια και κάποιοι παρείσακτοι και τότε ο Κωστής δυσανασχετούσε.
Φωτογραφικό αρχείο Μανώλη Σπανάκη: Αριστερά ο Γιώργης Βλαχάκης, ο Ηλίας Χλειουνάκης, ο Νοσοκόμος, ο Μύρος Κουτρουμπάκης. Πίσω ο Μανώλης Καραγιωργάκης, ο Μανώλης Γεωρ. Σπανάκης, ο Γιώργης Δοριάκης κ.α.
Δεν ήταν μόνο ότι κρατούσε πάντα μαζί του κάποιο εκλεκτό μεζέ. Ήταν κυρίως μια δύναμη, κάτι σαν μαγνητικό πεδίο, που δημιουργούσε γύρω του. Μια διαολοπαράξενη χημεία που ανάδινε το παρουσιαστικό του, η φινέτσα και το χιούμορ του. Και επιδρούσε καταλυτικά σε ανθρώπους, σαν κι αυτόν, που αγαπούσαν τον άνθρωπο και τη ζωή.
Σε μια τέτοια, σχεδόν συνωμοτική σύναξη στου Ηλία, ο Κωστής πρότεινε και η παρέα ψήφισε ομόφωνα να ισχύσει ένα είδος ποινικής ρήτρας: «Όποιος καλέσει στο τραπέζι άλλο άτομο, να πληρώνει υποχρεωτικά τα έξοδα». Ύστερα έτσι απλά, σαν να ’κανε οποιαδήποτε κίνηση, έβγαλε από τα στήθια του κάμποσα μέτρα λουκάνικο και το ’δωσε στον Ηλία. Ενώ με το ανάλογο συνωμοτικό του νεύμα, χωρίς πολλές κουβέντες, έδωσε το έναυσμα για την κρασοκατάνυξη. Μια κρασοκατάνυξη που έμελλε να περάσει στην ιστορία.
Το λουκάνικο πρώτο πράμα, η παρέα καλή και το κρασί νέκταρ. Ανέβαινε σιγά σιγά ο Αραπόκωστας στα «επουράνια» κι ο κόσμος ομόρφαινε. Μετά από λίγο κανείς δε θυμόταν πια την ποινική ρήτρα. Και κάποιος έκανε την παράβαση. Είδε στην πόρτα τον παπά-Αλέκο και τον κάλεσε στο τραπέζι. Κάθισε αυτός αμέσως κι άρχισε να δοκιμάζει το λουκάνικο. Τρελάθηκε. Άλλο πράμα! Τέλος εποχής και να υπάρχει τόσο νόστιμο λουκάνικο; Δεν άντεξε στον πειρασμό και σε λίγο:
-Ωραίο το λουκάνικο, Κωστή! Μα πού το βρήκες τόσο ωραίο λουκάνικο;
Ο παπά Αλέκος και δεξιά ο Μανώλης Αγαπάκης. Αριστερά ο Αντώνης Γουρνιεζάκης (του Κάτη)
Ο Κωστής ενοχλήθηκε, αλλά το κατάπιε... μαζί με το κρασί. Έπαιξε μόνο τα μάτια του νευρικά και κοίταξε ένα γύρω την παρέα. Αλλά ο παπά-Αλέκος δεν το ’βαζε κάτω. Τον έτρωγε η περιέργεια. Δεν τον έφτανε η μετουσίωση του κρασιού σε πνεύμα και φως κι έψαχνε ψύλλους στ’ άχερα. Και μετά από λίγο:
-Μα πού το βρήκες, μπρε Κωστή, τόσο ωραίο λουκάνικο;
Ο Αραπόκωστας, φανερά εκνευρισμένος αυτή τη φορά, διόρθωσε νευρικά το κεφαλομάντηλο, θυμήθηκε την ποινική ρήτρα και βλαστήμησε ανάμεσα από τα δόντια, αλλά ένα τσούγκρισμα ομαδικό, σαν νικητήριο σάλπισμα, τον επανέφερε στην τάξη και το πέρασε ντούκου. Αλλά ο παπά-Αλέκος δεν εννοούσε να ενσωματωθεί στην παρέα. Πήγαινε γυρεύοντας σαν από αυτοκαταστροφική μανία. Ήθελε σώνει και καλά να μάθει την προέλευση του λουκάνικου. Και κάποια στιγμή έκανε για τρίτη φορά το μοιραίο λάθος:
-Μα δε μου ’πες, Κωστή, πού το βρήκες αυτό το ωραίο λουκάνικο;
Ο Αραπόκωστας φούντωσε! Αυτός θεωρούσε την καλή παρέα υπέρτατο αγαθό. Πέρα από περιέργειες και κουτσομπολίστικη διάθεση. Δεν έπαιζε μ’ αυτά. Δε σήκωνε το ρύζι του νερό. Σκοτείνιασε ακόμη περισσότερο το πρόσωπό του, πέρασε το δείκτη νευρικά δυο τρεις φορές και δακτυλίδωσε μια τούφα μαλλιά στο κούτελο ξεφυσώντας, έβγαλε κάτι πνιχτές κραυγές, αναζήτησε με τα μάτια και με οργή το δράστη που κουβάλησε τον παπά-Αλέκο στην παρέα κι είπε τη συνηθισμένη του φράση έτσι σαν εισαγωγή:
-Ω! κακομοίρη μου, τώρα! και ξέσπασε, Στσι λουκανικιές!!!, την Παναγία σου, παπά-Αλέκο, τρώε και σκάσε!!!
Η κρασοκατάνυξη, ουσιαστικά, είχε λάβει τέλος…
*Από το βιβλίο του Κλεάνθη Ψαρολογάκη με τίτλο "Το δικαστήριο κηρύσσει άπαντας ενόχους".
Στην κεντρική φωτογραφία ο θρυλικός Κωστής Καραγιωργάκης ή Αραπόκωστας